Τον Φλιν του Breaking Bad τον θυμόμαστε να τρώει τα δημητριακά του, να εκνευρίζεται με τους γονείς του, να υπερασπίζεται τη μητέρα του και να συγκρούεται με τον πατέρα του. Έναν έφηβο με χαρακτήρα, πείσμα και δική του θέση μέσα στην ιστορία. Είχε εγκεφαλική παράλυση. Όπως είχε και ο ηθοποιός που τον υποδυόταν, ο Αρ Τζέι Μίτι.
Ο Μίτι πέθανε στις 12 Οκτωβρίου, σε ηλικία 34 ετών, με τους εκπροσώπους του να επιβεβαιώνουν ότι ο θάνατός του οφείλεται σε αυτοκτονία. Πέρα από την υποκριτική του πορεία, είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της δημόσιας παρουσίας του στη διεκδίκηση περισσότερων ευκαιριών για καλλιτέχνες με αναπηρία.
Αυτό που διεκδικούσε ήταν πολύ συγκεκριμένο: να μπορεί ένας ηθοποιός με αναπηρία να δοκιμαστεί για περισσότερους ρόλους. Να μη χρειάζεται να περιμένει πότε θα γραφτεί ένας χαρακτήρας με την ίδια διάγνωση για να βρεθεί σε μια οντισιόν. Να τον φανταστεί κάποιος ως ερωτευμένο, πατέρα, γιατρό, απατεώνα, πρωταγωνιστή μιας κωμωδίας. Ο ίδιος είχε μιλήσει για τα εμπόδια στην πρόσβαση στα κάστινγκ και για την ανάγκη να διευρυνθούν οι επιλογές των παραγωγών.
Γιατί πόσες ευκαιρίες δίνει τελικά το θέατρο και ο κινηματογράφος σε έναν άνθρωπο με αναπηρία να δείξει το εύρος του; Πόσο εύκολα τον βλέπει ως επαγγελματία που μπορεί να υπηρετήσει διαφορετικές ιστορίες; Και πόσο συχνά η πρόσκληση σταματά στον έναν ρόλο που έχει ήδη αποφασιστεί ότι «του ταιριάζει»;
Χρειάζεται εδώ μια σαφής διάκριση. Δε γνωρίζουμε τι οδήγησε τον Μίτι στην αυτοκτονία και δεν μπορούμε να συνδέσουμε τον θάνατό του με την αναπηρία του ή με τον επαγγελματικό αποκλεισμό. Μπορούμε, όμως, να ακούσουμε όσα είχε πει ο ίδιος για τον χώρο του. Να δώσουμε συνέχεια σε μια συζήτηση που τον απασχολούσε, χωρίς να κατασκευάσουμε εξηγήσεις για τη ζωή του.
Στο Breaking Bad, ο Φλιν είχε εγκεφαλική παράλυση. Είχε επίσης νεύρα, χιούμορ, επιθυμίες, συγκρούσεις με τους γονείς του και απόψεις που δεν περίμεναν την έγκριση κανενός. Ήταν έφηβος μέσα σε μια οικογένεια που διαλυόταν. Η αναπηρία αποτελούσε μέρος του χαρακτήρα του, χωρίς να καταλαμβάνει ολόκληρη την προσωπικότητά του. Αυτή η δυνατότητα να υπάρχει ένας άνθρωπος στην οθόνη με περισσότερα από ένα χαρακτηριστικά θα έπρεπε να είναι αυτονόητη.
Κι όμως, ακόμη χρειάζεται να τη διεκδικούμε.
Ο ίδιος ο Μίτι είχε μιλήσει σε συνέντευξή του στο Disability Horizons για το μεγάλο κενό στην πρόσβαση στις οντισιόν και στους ρόλους. Υποστήριζε τη διεύρυνση των επιλογών στο κάστινγκ και το δικαίωμα των ηθοποιών με αναπηρία να δοκιμάζονται και για χαρακτήρες που δεν έχουν γραφτεί ως ανάπηροι. Γιατί ένας ηθοποιός που χρησιμοποιεί αμαξίδιο πρέπει να περιμένει ένα σενάριο με θέμα το αμαξίδιο; Γιατί να μην υποδυθεί έναν δικηγόρο, έναν ερωτευμένο, έναν εκνευριστικό συγκάτοικο, έναν άνθρωπο που λέει ψέματα ή κάποιον που μπλέκει σε μια κωμωδία; Η ανθρώπινη εμπειρία διαθέτει πολύ περισσότερες ιστορίες από την ιστορία μιας διάγνωσης.
Το ερώτημα αφορά και το ποιον φανταζόμαστε όταν γράφουμε έναν ρόλο. Αν το σενάριο λέει απλώς «μια γυναίκα μπαίνει στο δωμάτιο», πόσοι διαφορετικοί άνθρωποι χωρούν στο μυαλό μας; Σε ποιο σημείο προσθέτουμε μόνοι μας προϋποθέσεις που το έργο δεν έθεσε ποτέ;
Τα στοιχεία δείχνουν πόσο περιορισμένη παραμένει η εικόνα. Σύμφωνα με την Annenberg Inclusion Initiative του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας, στις 100 ταινίες με τις μεγαλύτερες εισπράξεις του 2024, μόλις το 2,4% των χαρακτήρων με ομιλία απεικονιζόταν με αναπηρία. Σε 44 ταινίες δεν υπήρχε ούτε ένας τέτοιος χαρακτήρας. Καταγράφηκε, πάντως, πρόοδος στους πρωταγωνιστικούς ρόλους: το 20% των ταινιών είχε πρωταγωνιστή ή συμπρωταγωνιστή με αναπηρία. Πρόκειται για στοιχεία που αφορούν τους χαρακτήρες στην οθόνη, όχι το ποσοστό των εργαζόμενων ηθοποιών με αναπηρία.
Η παρουσία έχει σημασία. Χρειάζεται, όμως, να εξετάζουμε και το περιεχόμενό της. Πόσο χώρο έχει ένας χαρακτήρας να είναι αστείος, επιθυμητός, δύσκολος, αντιφατικός; Να κάνει λάθη χωρίς κάθε λάθος του να ερμηνεύεται μέσα από την αναπηρία του; Να ζήσει έναν έρωτα χωρίς η ιστορία να παρουσιάζει το ενδιαφέρον του άλλου ανθρώπου ως πράξη καλοσύνης;
Και πίσω από την κάμερα, πριν καν φτάσουμε στον ρόλο, υπάρχουν πολύ πρακτικά ζητήματα. Ένας χώρος οντισιόν χρειάζεται να είναι προσβάσιμος. Το ίδιο και η σκηνή, τα καμαρίνια, οι τουαλέτες, ο χώρος της πρόβας. Η επικοινωνία και το υλικό της δουλειάς χρειάζεται να προσαρμόζονται στις ανάγκες των συνεργατών. Οι απαραίτητες προβλέψεις πρέπει να μπαίνουν στο πρόγραμμα και στον προϋπολογισμό μιας παραγωγής από την αρχή.
Στην Ελλάδα, η συζήτηση έχει και μια ιστορία που αξίζει να θυμόμαστε. Το ΘΕΑΜΑ, που ιδρύθηκε το 2010, είναι επαγγελματική θεατρική ομάδα με ηθοποιούς με αναπηρία στην κύρια σύνθεσή της. Όπως αναφέρει η ίδια η ομάδα, συνέβαλε στην άρση της προϋπόθεσης της αρτιμέλειας για την εισαγωγή στις ανώτερες δραματικές σχολές, το 2017. Ας σταθούμε λίγο σε αυτό: μόλις το 2017. Άνθρωποι χρειάστηκε να διεκδικήσουν ακόμη και τη δυνατότητα να σπουδάσουν μια τέχνη που υποτίθεται ότι εξερευνά ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη. Η δουλειά τέτοιων ομάδων ανοίγει δρόμους. Η συνέχεια χρειάζεται να φτάνει στις δραματικές σχολές, στα μεγάλα θέατρα, στις τηλεοπτικές παραγωγές και στα κινηματογραφικά συνεργεία, ώστε ένας καλλιτέχνης να έχει επιλογές και επαγγελματική συνέχεια.
Μαζί χρειάζεται να αλλάξει και η απαίτηση να είναι κάθε ανάπηρος καλλιτέχνης μονίμως «πηγή έμπνευσης». Να αποδεικνύει αντοχή, να εκπαιδεύει τους γύρω του, να απαντά σε προσωπικές ερωτήσεις και να παραμένει ευγνώμων για την ευκαιρία. Ένας εργαζόμενος δικαιούται να κουραστεί, να ζητήσει μια προσαρμογή, να διεκδικήσει καλύτερους όρους και να κριθεί για τη δουλειά του. Η αναπηρία δεν δημιουργεί υποχρέωση διαρκούς ηρωισμού.
Ο Αρ Τζέι Μίτι άφησε μια ερμηνεία που αγαπήθηκε. Το ερώτημα που έθετε όμως παραμένει συγκεκριμένο: ποιος έχει πρόσβαση στη δουλειά και ποιος μένει απέξω πριν προλάβει να δείξει τι μπορεί να κάνει; Η απάντηση θα φανεί στην επόμενη οντισιόν. Στο ποιοι θα προσκληθούν, στο αν θα μπορούν να μπουν στον χώρο και στο αν θα τους δοθεί η ευκαιρία να παίξουν έναν ολόκληρο άνθρωπο.