Να αποκαλείς μια συνάδελφό σου «κοπελίτσα», να πετάς ένα «ξέρω πώς μπήκε στην τηλεόραση» και μετά να αγανακτείς επειδή ο κόσμος έχει κάτι να πει για όσα ξεστόμισες. Κι όταν έρχεται η ώρα να διαχειριστείς την αντίδραση, να καταλήγεις στο «ας βγάλουν τον σκασμό». Ο Δημήτρης Παπανώτας φαίνεται να έχει κάπως ιδιαίτερη αντίληψη για το ποιος δικαιούται να μιλάει στην ελληνική τηλεόραση. Ο ίδιος, πάντως, σίγουρα. Οι υπόλοιποι θα ενημερωθούμε.
Η αντιπαράθεση ξεκίνησε όταν η Φωτεινή Πετρογιάννη σχολίασε ότι οι τοποθετήσεις του είναι κατά κανόνα αρνητικές. Ο Παπανώτας μπορούσε να διαφωνήσει, να παραθέσει παραδείγματα, να υποστηρίξει —όπως και έκανε— ότι η εκπομπή επιλέγει να προβάλλει κυρίως τα αρνητικά σχόλιά του. Μέχρι εκεί, μια τηλεοπτική διαφωνία που λύνεται με επιχειρήματα. Μόνο που πρόσθεσε την υποτιμητική αναφορά στη συνάδελφό του και την αιχμή για την είσοδό της στον χώρο, χαρακτηρίζοντάς την παράλληλα άσχετη. Η Πετρογιάννη αντέδρασε και ανακοίνωσε ότι θα κινηθεί νομικά.
Στη συνέχεια, με ανάρτησή του, ο ίδιος υποστήριξε ότι αναφερόταν σε φιλική σχέση της με την κόρη της τότε εργοδοσίας του Alpha και σε επαγγελματικό «μέσον», αρνούμενος ότι υπήρχε οποιοδήποτε ερωτικό ή σεξουαλικό υπονοούμενο. Αυτή είναι η εξήγηση που έδωσε και οφείλει να καταγραφεί.
Ωραία. Γιατί, λοιπόν, δεν το είπε εξαρχής συγκεκριμένα; Γιατί επέλεξε εκείνο το μισόλογο που αφήνει τον τηλεθεατή να συμπληρώσει μόνος του τα υπόλοιπα; Ένας άνθρωπος με τόσα χρόνια μπροστά στις κάμερες γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα σε μια σαφή καταγγελία και σε μια φράση που δημιουργεί εντυπώσεις. Και η μεταγενέστερη εξήγηση δεν ακυρώνει το δικαίωμα της γυναίκας που τη δέχτηκε να θεωρεί τη διατύπωση προσβλητική.
Το «κοπελίτσα», άλλωστε, τι ακριβώς εξυπηρετούσε; Έχει όνομα. Έχει επαγγελματική ιδιότητα. Είναι συνάδελφός σου και σου άσκησε κριτική. Η επιλογή του υποκοριστικού τη μικραίνει πριν καν φτάσουμε στην ουσία: μια γυναίκα που τολμά να σχολιάσει έναν παλαιότερο άνδρα του χώρου επαναφέρεται στη θέση της ως η μικρή που δεν ξέρει και καλό θα ήταν να προσέχει.
Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μας, ο σεξισμός αυτής της αντιμετώπισης. Στην ευκολία με την οποία η διαφωνία για τη δουλειά μιας γυναίκας μεταφέρεται στο πώς βρέθηκε να την κάνει. Στο πόσο πρόχειρα επιστρατεύεται η αμφιβολία για την επαγγελματική της αξία, με μια ατάκα αρκετά αόριστη ώστε να χωράει πολλές ερμηνείες. Και ύστερα εκείνη πρέπει να αρχίσει τις εξηγήσεις, λες και της ανακοινώθηκε ξαφνικά ότι οφείλει να ξαναπεράσει συνέντευξη για ολόκληρη την καριέρα της.
Η Πετρογιάννη καλά έκανε και έβαλε όριο. Δήλωσε ότι εργάζεται από τα 18 της και ότι θεωρεί την αναφορά τεράστια προσβολή για την επαγγελματική της διαδρομή. Μίλησε και για το παιδί της, που δε θέλει να συναντήσει στο διαδίκτυο τέτοια υπονοούμενα για τη μητέρα του. Αλλά το δικαίωμά της να υπερασπιστεί τον εαυτό της υπάρχει ολόκληρο και χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί τη μητρότητά της. Αρκεί ότι είναι άνθρωπος που θίγεται δημόσια.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το επιχείρημα του Παπανώτα ότι η δήλωση έγινε μόνο στην κάμερα της δικής της εκπομπής, ως προσωπικό μήνυμα, και ότι εκείνη επέλεξε να την προβάλει. Ο ίδιος αναρωτήθηκε ουσιαστικά γιατί να δημοσιοποιήσει κάτι που την προσβάλλει.
Μισό λεπτό. Κάνεις μια δήλωση σε τηλεοπτικό συνεργείο και η ευθύνη μετακομίζει στη γυναίκα που επέτρεψε να ακουστεί; Έπρεπε δηλαδή να την καταπιεί εκτός αέρα, για να παραμείνει ο ομιλητής ανενόχλητος; Η επιλογή της να απαντήσει δημόσια σε κάτι που ειπώθηκε στην κάμερα είναι απολύτως κατανοητή. Το ίδιο και η άρνησή της να αφήσει την προσβολή να περάσει.
Και σήμερα, στο «Happy Day», ήρθε η απαίτηση να σωπάσουν όσοι επέκριναν τον Παπανώτα, μαζί με το σχόλιο ότι και πολύ τους πέφτει ο τρόπος που τους μιλάει. Τέτοια άνεση. Να διεκδικείς καθημερινά χώρο για τη δική σου γνώμη και να αντιμετωπίζεις την απάντηση των άλλων σαν ανεπίτρεπτη ενόχληση.
Η Πετρογιάννη έχει κάθε δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί, να θυμώσει και να ζητήσει εξηγήσεις. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο καθένας που βλέπει δημόσιες τοποθετήσεις, να κρίνει δημόσια. Η τηλεοπτική προϋπηρεσία δε δίνει σε κανέναν εξουσία να μοιράζει άδειες ομιλίας. Αν ο κύριος Παπανώτας θέλει να τον ακούμε όταν σχολιάζει τους άλλους, θα χρειαστεί να αντέχει να ακούει και την απάντησή τους. Ακόμη κι όταν η «κοπελίτσα» δεν έχει καμία διάθεση να του κάνει τη χάρη να σωπάσει.