Κάπου ανάμεσα στο «ήταν χιούμορ» και στο «παρεξηγήθηκα», ο Κωνσταντίνος Βασάλος αποφάσισε να εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε όταν είπε ότι οι φίλες του «πρέπει να είναι άσχημες». Ε και βοήθησε ιδιαίτερα.

Όλα ξεκίνησαν από το vidcast του Φάνη Λαμπρόπουλου στο YouTube («Θέλει λάδι»), όπου ο πρώην παίκτης του Survivor πέταξε με χαλαρό ύφος τη φράση: «Έχω πάρα πολλές φίλες γυναίκες απλά πρέπει να είναι όλες άσχημες». Μια ατάκα που, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν πέρασε ακριβώς απαρατήρητη. Λίγες μέρες μετά, και αφού το απόσπασμα έκανε τον γύρο του internet, ο ίδιος μέσα από την εκπομπή «Χαμογέλα και πάλι», αποφάσισε να δώσει διευκρινίσεις. Μόνο που αντί να ξεκαθαρίσει το τοπίο, μάλλον το έκανε λίγο πιο θολό.

Όπως είπε, δεν εννοούσε ότι επιλέγει φίλες με βάση την εμφάνιση, αλλά ότι όταν ένας άντρας βρίσκεται σε σχέση «δεν είναι αποδεκτό» να έχει πολλές ωραίες φίλες, γιατί —όπως υποστήριξε— «έρχεται η ζήλια». Μάλιστα, τόνισε ότι έτσι όπως ακούστηκε, φάνηκε σαν να κρατά τις «ωραίες» για άλλο σκοπό, κάτι που —σύμφωνα με τον ίδιο— δεν ισχύει. Στην προσπάθειά του να εξηγήσει τη θέση του, πρόσθεσε πως «δε χρειάζεται να βγαίνω και να λέω συνέχεια τι εννοώ» και ότι στεναχωρήθηκε βλέποντας την αναπαραγωγή της δήλωσης.

 


 

Το θέμα, βέβαια, δεν ήταν μόνο το πώς ακούστηκε η αρχική φράση, αλλά και η λογική πίσω από την εξήγηση. Γιατί η ιδέα ότι οι γυναίκες φίλες «πρέπει» να μην είναι ωραίες ώστε να αποφευχθεί η ζήλια, μεταφέρει τη συζήτηση από ένα ατυχές αστείο σε μια πιο γενικευμένη αντίληψη για τις σχέσεις και τα όρια μέσα σε αυτές.

Γιατί αυτή η λογική κουβαλάει μέσα της έναν πολύ συγκεκριμένο — και πολύ παλιό — τύπο σεξισμού. Εκείνον που παρουσιάζει τις γυναίκες ως ανταγωνιστικές μεταξύ τους, ως «απειλούμενες» από την εμφάνιση άλλων γυναικών και, τελικά, ως υπεύθυνες για τη διαχείριση της αντρικής συμπεριφοράς. Με απλά λόγια; Δε φταίει ο άντρας που μπορεί να μην έχει όρια. Φταίει η «ωραία φίλη» που υπάρχει. Και ελιναι δεδομένο ότι η σύντροφος «ζηλεύει».

Αυτή η αφήγηση είναι τόσο βαθιά ριζωμένη που πολλές φορές περνάει σαν αυτονόητη. Ότι δηλαδή η ζήλια είναι κάτι δεδομένο, σχεδόν φυσικό, και άρα πρέπει να «προσαρμοστεί» η κοινωνική ζωή του άντρα για να μην προκληθεί. Και κάπως έτσι, το βάρος πέφτει όχι στη σχέση, όχι στην εμπιστοσύνη, αλλά… στο πόσο «ελκυστικές» είναι οι φίλες. Στην ουσία, αυτό που περιγράφεται δεν είναι όριο σχέσης — είναι έλεγχος μέσω στερεοτύπων. Αντί να υπάρχει μια βάση εμπιστοσύνης, δημιουργείται ένα άτυπο φίλτρο: ποιες γυναίκες «επιτρέπονται» και ποιες όχι, με κριτήριο την εμφάνιση. Σαν να λέμε ότι η αξία μιας φιλίας μετριέται με βάση το πόσο «επικίνδυνη» θεωρείται για τη σχέση.

Κι αυτο είναι απλά άδικο, γιατί μειώνει τις γυναίκες σε ρόλους: η «ωραία» είναι απειλή, η «άσχημη» είναι ασφαλής.

Και ταυτόχρονα, αφαιρεί από τον ίδιο τον άντρα την ευθύνη της συμπεριφοράς του. Γιατί αν το πρόβλημα είναι οι «ωραίες φίλες», τότε δεν χρειάζεται να μιλήσουμε για όρια, για σεβασμό, για εμπιστοσύνη. Αρκεί να αλλάξει το περιβάλλον.

Είναι μια πολύ βολική εξίσωση. Και είναι και μια εξίσωση με αδύνατη λύση. Σόρι.