Η ημερομηνία στην κορυφή της σελίδας γράφει 10 Απριλίου 1912. Ο καιρός είναι καλός, ο Ατλαντικός απλώνεται μπροστά τους και στα σαλόνια του Τιτανικού οι επιβάτες περπατούν, τραγουδούν, παίζουν χαρτιά και ντόμινο. Κανείς δε γνωρίζει ακόμη πως το ταξίδι έχει ήδη αρχίσει να μετρά αντίστροφα.

Ανάμεσά τους βρίσκεται ο Χένρι Πράις Χότζες, ένας επιβάτης της δεύτερης θέσης που κατευθύνεται στη Βοστώνη για να επισκεφθεί την οικογένειά του. Λίγο μετά την επιβίβασή του στο Σαουθάμπτον, πιάνει χαρτί και μολύβι και γράφει στον φίλο του, Έκτορ Γιανγκ, από τον Συντηρητικό Σύνδεσμο Νιούταουν. Η επιστολή, ένα από τα τελευταία ίχνη της ζωής του, αναμένεται τώρα να πουληθεί σε δημοπρασία για ποσό που μπορεί να φτάσει τις 35.000 αγγλικές λίρες.

Ο Χότζες είχε πληρώσει 13 λίρες για το εισιτήριο της δεύτερης θέσης και επιβιβάστηκε στον Τιτανικό στις 10 Απριλίου 1912. Η επιστολή του φέρει ταχυδρομική σφραγίδα από το Κουίνσταουν, τη σημερινή πόλη Κομπ της Ιρλανδίας, που αποτέλεσε τον τελευταίο σταθμό του πλοίου πριν ανοιχτεί στον Ατλαντικό.

Ήταν ένα γράμμα αποχαιρετισμού, γεμάτο ευγένεια και μικρές, καθημερινές παρατηρήσεις. Τίποτα στις γραμμές του δεν προμήνυε όσα θα ακολουθούσαν. Ούτε αγωνία ούτε φόβος. Μόνο η ήρεμη φωνή ενός ανθρώπου που πίστευε ότι βρισκόταν στην αρχή μιας όμορφης διαδρομής.

«Αγαπητέ Έκτορ, σε ευχαριστώ πολύ για το τηλεγράφημα και για τις ευχές. Ήταν μια ευγενική και στοχαστική πράξη και την εκτιμώ πολύ, και θα σε παρακαλούσα να μεταφέρεις τις ευχαριστίες μου στα μέλη του Συλλόγου μας. Δεν ήταν καλό εκ μέρους του προέδρου που ήρθε να με αποχαιρετήσει; Σχεδόν πιστεύω ότι θα μπορούσα να τον είχα πείσει να έρθει. Περνάμε υπέροχα μέχρι τώρα», έγραφε.

Η τελευταία φράση μένει να αιωρείται πάνω από την ιστορία σαν ειρωνεία που γράφτηκε πριν ακόμη συμβεί η τραγωδία: «Περνάμε υπέροχα μέχρι τώρα».

Στο γράμμα του, ο Χότζες περιέγραφε τον καλό καιρό, το επιβλητικό πλοίο και τον τρόπο με τον οποίο οι επιβάτες περνούσαν τις ώρες τους. Έκανε λόγο για βόλτες, τραγούδια, παιχνίδια με ντόμινο και παρτίδες χαρτιών στα μπαρ. Μέσα από τις γραμμές του αναδύεται ένας κόσμος που συνέχιζε να κινείται ξέγνοιαστα. Ποτήρια ακουμπούσαν πάνω στα τραπέζια, τραπουλόχαρτα μοιράζονταν κάτω από το φως και άνθρωποι που μέχρι τότε ήταν άγνωστοι αντάλλασσαν ιστορίες, χωρίς να μπορούν να φανταστούν ότι σύντομα θα μοιράζονταν την ίδια μοίρα.

Το χαρτί ταξίδεψε προς τη στεριά. Ο άνθρωπος που το έγραψε συνέχισε προς το σκοτάδι.

«Περιγράφει το πλοίο και τους συνεπιβάτες και πώς περνούσαν την ώρα τους. Κι όμως, λίγο περισσότερο από τέσσερις ημέρες αργότερα, ο Τιτανικός βρισκόταν στον πυθμένα του Βόρειου Ατλαντικού», σημείωσε ο διευθύνων σύμβουλος του οίκου δημοπρασιών, Άντριου Άλντριτζ.

Στις 15 Απριλίου 1912, ο Τιτανικός βυθίστηκε μετά την πρόσκρουσή του σε παγόβουνο. Ο Χένρι Πράις Χότζες ήταν ένας από τους περίπου 1.500 ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους στα παγωμένα νερά του Βόρειου Ατλαντικού. Η επιστολή του, όμως, είχε ήδη φύγει από το πλοίο. Πέρασε από το Κουίνσταουν, έφτασε στον παραλήπτη της και διατηρήθηκε για περισσότερο από έναν αιώνα. Ένα ταχυδρομημένο κομμάτι μιας ζωής που σταμάτησε απότομα, ενώ τα λόγια της συνέχισαν το ταξίδι.

Εκπρόσωπος του οίκου Henry Aldridge and Son, στο Ντέβιζες του Γουίλτσιρ, χαρακτήρισε το γράμμα «ιστορικά ανεκτίμητο», καθώς προσφέρει μια σπάνια εικόνα της ζωής πάνω στο πλοίο, λίγο πριν αυτό μετατραπεί από θαύμα της ναυπηγικής σε μία από τις πιο σκοτεινές ιστορίες του 20ού αιώνα.

Το ενδιαφέρον για αντικείμενα που συνδέονται με τον Τιτανικό παραμένει αμείωτο. Εκείνα, όμως, που ασκούν τη μεγαλύτερη γοητεία δεν είναι πάντοτε τα πολυτελή σκεύη ή τα εντυπωσιακά κειμήλια. Είναι τα προσωπικά αντικείμενα, οι φωτογραφίες και οι επιστολές που δίνουν ξανά φωνή στους ανθρώπους πίσω από τους αριθμούς.

Η δημοπρασία ολοκληρώνεται στις 26 Ιουλίου. Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, κάποιος θα αποκτήσει το χαρτί πάνω στο οποίο ένας άνδρας έγραψε ότι περνούσε υπέροχα, αγνοώντας πως του απέμεναν μόλις λίγες ημέρες ζωής.