Όσο περισσότερα στοιχεία έρχονται στο φως για τη γυναικοκτονία της 45χρονης Αντιγόνης στη Δράμα, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να μιλά κανείς για μια «απρόβλεπτη τραγωδία». Γιατί πίσω από τις λέξεις που συνήθως ακολουθούν τέτοιες υποθέσεις –«σοκ», «κανείς δεν περίμενε», «δεν είχε δώσει δικαιώματα»– αρχίζει να σχηματίζεται μια εικόνα γεμάτη προειδοποιητικά σημάδια.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η Αντιγόνη και ο 52χρονος σύζυγός της, επίσης αστυνομικός, είχαν χωρίσει τους τελευταίους μήνες. Εκείνος είχε επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι, ενώ η ίδια ζούσε με τον ανήλικο γιο τους. Η κόρη της οικογένειας σπουδάζει εκτός σπιτιού.
Οι μαρτυρίες ανθρώπων που γνώριζαν το ζευγάρι περιγράφουν μια γυναίκα που είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι βρισκόταν μέσα σε μια κακοποιητική και χειριστική συνθήκη. Μιλούν για σκηνές ζηλοτυπίας, για απειλές, για συναισθηματικούς εκβιασμούς και για επαναλαμβανόμενες αναφορές του συζύγου της ότι θα αυτοκτονήσει.
Υπάρχει όμως μία μαρτυρία που σοκάρει ιδιαίτερα.
Σύμφωνα με όσα μεταφέρθηκαν από πρόσωπο του περιβάλλοντός της, η Αντιγόνη ξύπνησε κάποια στιγμή στο παρελθόν και βρήκε τον σύζυγό της να στέκεται πάνω από το κεφάλι της κρατώντας όπλο. Η ίδια έφυγε άμεσα από το σπίτι και κατέφυγε στην αδελφή της. Και ρωτάμε: το να ξυπνά μια γυναίκα και να βρίσκει τον σύντροφό της όρθιο πάνω από το κρεβάτι της με όπλο δεν αποτελεί καμπανάκι κινδύνου, τότε τι ακριβώς θεωρείται καμπανάκι κινδύνου για να θεωρηθεί αυτος ο άντρας εν δυνάμει θύτης;
Μόλις λίγες ημέρες πριν από τη δολοφονία της είχε κοινοποιήσει ανάρτηση για τις γυναικοκτονίες στην Ελλάδα. Ανάμεσα σε άλλα, το κείμενο ανέφερε ότι η ελληνική κοινωνία μπορεί να αισθάνεται απειλή από το Pride, αλλά όταν ένας άνδρας σκοτώνει τη γυναίκα του «μια ανάσα από τα παιδιά του», τότε αυτό βαφτίζεται απλώς μια οικογενειακή τραγωδία.
Σήμερα η συγκεκριμένη ανάρτηση διαβάζεται σχεδόν ανατριχιαστικά. Γιατί η Αντιγόνη δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι της, με τον ανήλικο γιο της να βρίσκεται κυριολεκτικά λίγα μέτρα μακριά.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πληροφορίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας αναφέρουν ότι η γυναίκα είχε φτάσει στο σημείο να ζητήσει ακόμη και απόσπαση στη Θεσσαλονίκη, προσπαθώντας να απομακρυνθεί από την κατάσταση που βίωνε και από τον φόβο που ένιωθε.
Όταν μια γυναίκα ζητά να φύγει από την πόλη της για να νιώσει ασφαλής, όταν έχει χωρίσει, όταν υπάρχουν μαρτυρίες για απειλές, όταν υπάρχουν περιστατικά με όπλο, όταν εκφράζει φόβους για τη ζωή της, είναι δύσκολο να αποδεχτεί κανείς ότι όλα αυτά συνθέτουν απλώς μια σειρά άσχετων γεγονότων.
Την ίδια ώρα, νέα ερωτήματα προκαλούν οι πληροφορίες σχετικά με την ψυχολογική υποστήριξη που φέρεται να είχε αναζητήσει ο δράστης. Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία, ο 52χρονος είχε απευθυνθεί στον ψυχολόγο της Ελληνικής Αστυνομίας, με τον οποίο πραγματοποίησε δύο συνεδρίες. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, δεν αναφέρθηκαν περιστατικά κακοποίησης, απειλές ή αυτοκτονικός ιδεασμός που να προϊδεάζουν για όσα ακολούθησαν.
Στη συνέχεια, τόσο ο ίδιος όσο και η Αντιγόνη παραπέμφθηκαν σε ιδιώτη ψυχίατρο για περαιτέρω παρακολούθηση. Στο σπίτι βρέθηκαν αντικαταθλιπτικά και φάρμακα για κρίσεις πανικού, χωρίς να έχουν γίνει γνωστές περισσότερες λεπτομέρειες για την παρακολούθηση που λάμβαναν.
Το ζήτημα εδώ δεν είναι να αναζητηθούν εύκολα εξιλαστήρια θύματα ούτε να αποδοθούν ευθύνες χωρίς στοιχεία. Το ζήτημα είναι ότι μετά από κάθε γυναικοκτονία ανακαλύπτουμε πως υπήρχαν φόβοι, υπήρχαν ενδείξεις, υπήρχαν προειδοποιήσεις, υπήρχαν άνθρωποι που ανησυχούσαν. Και μετά αναρωτιόμαστε τι πήγε λάθος.
Η Αντιγόνη δεν είχε προχωρήσει σε επίσημη καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ίσως πίστευε ότι η απομάκρυνση του συζύγου της από το σπίτι ήταν αρκετή για να προστατευθεί ή ίσως δεν ήθελε να τον βλάψει επαγγελματικά.
Αλλά αυτή είναι ακριβώς η παγίδα στην οποία πέφτουν χιλιάδες γυναίκες. Νομίζουν ότι ο χωρισμός θα λύσει το πρόβλημα. Ότι η απόσταση θα ηρεμήσει τα πράγματα. Ότι η λογική θα επικρατήσει. Και δυστυχώς, πολλές φορές, οι πιο επικίνδυνες στιγμές για μια κακοποιημένη γυναίκα είναι ακριβώς εκείνες μετά τον χωρισμό, όταν ο έλεγχος χάνεται και η βία κλιμακώνεται.
Η δολοφονία της Αντιγόνης δε θα φτάσει ποτέ σε δικαστική αίθουσα, γιατί ο δράστης αυτοκτόνησε. Όμως πίσω έμειναν δύο παιδιά που θα πρέπει να ζήσουν με αυτή την απώλεια για όλη τους τη ζωή.
Και μαζί έμεινε ένα ακόμη ερώτημα που επαναλαμβάνεται σχεδόν μετά από κάθε γυναικοκτονία στην Ελλάδα: Πόσα σημάδια πρέπει να υπάρχουν για να θεωρηθεί ότι μια γυναίκα βρίσκεται πραγματικά σε κίνδυνο;