Υπάρχουν δύο τρόποι να δεις μια ταινία. Να αγοράσεις ένα εισιτήριο και να μπεις στην αίθουσα. Ή να αγοράσεις το ακριβότερο εισιτήριο και να δεις την ταινία όπως πραγματικά γυρίστηκε.

Το The Odyssey, που έκανε πρεμιέρα στις αίθουσες στις 17 Ιουλίου, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία στην ιστορία που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου με IMAX Film Cameras, αξιοποιώντας τη μεγαλύτερη δυνατή αναλογία εικόνας που μπορεί να προσφέρει το συγκεκριμένο φορμά.

Σε όσες αίθουσες διαθέτουν IMAX 70mm ή IMAX με οθόνη αναλογίας 1.43:1, η εικόνα προβάλλεται όπως ακριβώς σχεδιάστηκε από τον Νόλαν, γεμίζοντας ολόκληρη την οθόνη και αποκαλύπτοντας έως και 40% περισσότερο οπτικό πεδίο σε σχέση με τις συμβατικές προβολές. Στις περισσότερες όμως κινηματογραφικές αίθουσες, το κάδρο προσαρμόζεται στις διαθέσιμες αναλογίες, με αποτέλεσμα να κόβεται μέρος της εικόνας στο πάνω και στο κάτω μέρος. Δεν λείπουν σκηνές ούτε αλλάζει η ιστορία, αλλά ο θεατής βλέπει μικρότερο τμήμα κάθε πλάνου.

Κάπως έτσι, μέσα σε λίγες ώρες από την πρεμιέρα, τα social media γέμισαν με σχόλια που υποστήριζαν πως για πρώτη φορά δεν πληρώνεις απλώς για καλύτερο ήχο ή μεγαλύτερη οθόνη, αλλά για περισσότερη ταινία.

Για δεκαετίες η διαφορά ανάμεσα στις αίθουσες ήταν κυρίως θέμα άνεσης. Καλύτερα καθίσματα, πιο εντυπωσιακός ήχος, μεγαλύτερη οθόνη. Η ίδια ταινία, απλώς με διαφορετική ποιότητα προβολής. Στην περίπτωση του The Odyssey, όμως, αρκετοί υποστηρίζουν ότι η διαφορά είναι πιο ουσιαστική, αφού το έργο έχει σχεδιαστεί εξαρχής για ένα συγκεκριμένο φορμά, το οποίο ελάχιστοι κινηματογράφοι στον κόσμο μπορούν να αναπαράγουν πλήρως. Αυτό έχει οδηγήσει αρκετούς να αναρωτιούνται αν η τέχνη αρχίζει σιγά σιγά να αποκτά premium εκδοχή.

Φυσικά υπάρχει και η άλλη πλευρά. Οι υποστηρικτές του Νόλαν επισημαίνουν ότι κάθε δημιουργός έχει δικαίωμα να παρουσιάζει το έργο του όπως ακριβώς το οραματίστηκε. Όπως ένας ζωγράφος επιλέγει τον καμβά του ή ένας μουσικός τον τρόπο ηχογράφησης, έτσι και ένας σκηνοθέτης μπορεί να αξιοποιήσει την πιο προηγμένη τεχνολογία που υπάρχει. Άλλωστε, ακόμη και στις συμβατικές αίθουσες, η ταινία παραμένει απολύτως ολοκληρωμένη αφηγηματικά και υψηλής ποιότητας.

Παρ’ όλα αυτά, η αίσθηση ότι η «πλήρης» εμπειρία εξαρτάται πλέον και από το πορτοφόλι του θεατή είναι αρκετή για το ανάλογο σουσού. Γιατί όσο ανεβαίνει το κόστος των premium αιθουσών, τόσο περισσότερο ενισχύεται η εντύπωση ότι κάποιοι βλέπουν το έργο όπως το φαντάστηκε ο δημιουργός και κάποιοι άλλοι απλώς μια προσαρμοσμένη εκδοχή του.

Δεν ξέρουμε αν πρόκειται για ακόμη ένα αριστούργημα του Κρίστοφερ Νόλαν – αυτό θα το κρίνει ο χρόνος. Αλλά μπαίνουμε σε μια εποχή όπου η κινηματογραφική εμπειρία χωρίζεται για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα σε δύο κατηγορίες: εκείνους που βλέπουν την ταινία και εκείνους που βλέπουν την ταινία όπως πραγματικά γυρίστηκε. Και αυτό, είτε το θεωρεί κανείς τεχνολογική πρόοδο είτε μια νέα μορφή πολιτιστικής ανισότητας, σίγουρα δίνει τροφή για σκέψη.