Το βίντεο του Γιάνη Βαρουφάκη από το vidcast Phasma βρίσκεται πλέον στα χέρια της Δικαιοσύνης, μετά τη διαβίβασή του από την Ελληνική Αστυνομία στον εισαγγελέα, προκειμένου να εξεταστεί αν προκύπτουν ενδεχόμενα αδικήματα. Αφορμή; Οι δημόσιες, ειλικρινείς και casual αναφορές του πρώην υπουργού σε παλαιότερη χρήση ναρκωτικών ουσιών — εμπειρίες που, όπως είπε, ανήκουν στο μακρινό παρελθόν.

Ο Βαρουφάκης μίλησε ανοιχτά: για ένα rave στο Σίδνεϊ το 1989, για ecstasy που «δεν ξαναπήρε ποτέ», για την κάνναβη που, όπως παραδέχτηκε, του ταίριαζε περισσότερο, αλλά και για το πού ο ίδιος βάζει τη γραμμή στην εξάρτηση. Μίλησε, επίσης, με το γνώριμο ειρωνικό του ύφος για πολιτικά πρόσωπα, λέγοντας πως θα ήθελε να δει «μαστουρωμένη» την Άνγκελα Μέρκελ, σχόλιο που προφανώς λειτούργησε περισσότερο ως πολιτική σάτιρα παρά ως κυριολεξία.

 

 

Και εδώ αρχίζει ο πραγματικός προβληματισμός. Είναι πράγματι αυτό που σοκάρει; Ότι ένας πολιτικός μίλησε δημόσια για πειραματισμό με ουσίες πριν από 35 χρόνια; Ή ότι το έκανε χωρίς υποκρισία, χωρίς το κλασικό «εγώ ναρκωτικά ποτέ των ποτών», χωρίς να ντύσει την αφήγηση με ηθικολογία; Γιατί αν κάτι ενόχλησε, δεν ήταν τόσο το περιεχόμενο, όσο ο τόνος της αλήθειας.

Σε αυτό το σημείο, έχει ενδιαφέρον και η τοποθέτηση της Σοφίας Μουτίδου, η οποία —σε απόσπασμα που ήδη συζητιέται— μίλησε για «μια κίνηση προς την αλήθεια». Και ίσως εδώ βρίσκεται το πραγματικό point. Η ίδια επισήμανε ότι πολλοί άνθρωποι —και δη δημόσια πρόσωπα— λένε άλλα μπροστά στις κάμερες και άλλα πίσω από αυτές, χαρακτηρίζοντας τη στάση Βαρουφάκη πιο ειλικρινή από το συνηθισμένο «όχι» της δημόσιας εικόνας που συχνά διαψεύδεται στην ιδιωτική ζωή. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «γεννήθηκε, πήρε ερεθίσματα, έμπλεξε και ξέμπλεξε», στέλνοντας, κατά την άποψή της, ένα μήνυμα αλήθειας.

Ιδιαίτερη σημασία είχε και η παρατήρησή της πως δεν διάβασε πουθενά παρότρυνση στα λεγόμενα του Βαρουφάκη. Όπως είπε, «δεν θα πάρεις ecstasy επειδή άκουσες τον Βαρουφάκη», σημειώνοντας ότι ο καθένας έχει προσωπικά όρια και επιλογές. Η ίδια μάλιστα ανέφερε πως ως φοιτήτρια βρέθηκε σε σπίτια όπου γινόταν χρήση κάνναβης και απλώς απομακρυνόταν, χωρίς αυτό να την επηρεάζει.

Η υποκρισία δεν είναι ότι εξετάζεται νομικά ένα βίντεο— αυτό είναι θεσμική διαδικασία. Η υποκρισία είναι ότι η κοινωνία κάνει πως πέφτει από τα σύννεφα. Σαν να μην υπήρξε ποτέ πειραματισμός. Σαν να μη μεγάλωσαν ολόκληρες γενιές με μουσική, rave κουλτούρα, κάνναβη, LSD, συζητήσεις και όρια. Σαν να μη γνωρίζουμε όλοι τη διαφορά ανάμεσα στο «δοκίμασα» και στο «εξαρτήθηκα».

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Βαρουφάκης έκανε καλά που μίλησε. Το ερώτημα είναι γιατί μας ενοχλεί τόσο όταν ένας πολιτικός δεν προσποιείται. Όταν δεν ντύνεται με το αποστειρωμένο κοστούμι της ηθικής ανωτερότητας. Και ίσως, τελικά, αυτό που πραγματικά ελέγχεται δεν είναι ένα πιθανό αδίκημα, αλλά η ίδια η αντοχή μας στην αλήθεια — ειδικά όταν δεν έρχεται πακεταρισμένη όπως έχουμε συνηθίσει.