Υπάρχουν στιγμές που το «ντροπή» ακούγεται απελπιστικά λίγο. Να βλέπεις έναν πολιτικό να σηκώνει μέσα στη Βουλή φωτογραφίες οστών, υποστηρίζοντας ότι ανήκουν σε ανθρώπους που σκοτώθηκαν στα Τέμπη, και να αναρωτιέσαι: πριν τις εμφανίσει στις κάμερες, σκέφτηκε έστω για ένα δευτερόλεπτο ποιος μπορεί να βρίσκεται στην άλλη πλευρά της οθόνης; Έναν πατέρα; Μια αδελφή; Έναν άνθρωπο που έχασε το παιδί του και προσπαθεί να αντέξει άλλη μία μέρα;
Ο Κυριάκος Βελόπουλος επέδειξε την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου στην Ολομέλεια φωτογραφίες με οστά, τα οποία παρουσίασε ως ανθρώπινα ευρήματα από χώρους όπου είχαν μεταφερθεί υλικά μετά την τραγωδία των Τεμπών. Στη συνέχεια άφησε φωτογραφίες στον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη, ζητώντας διερεύνηση. Ο υπουργός απάντησε ότι τα συγκεκριμένα ευρήματα είχαν εξεταστεί και, σύμφωνα με ανθρωπολογική μελέτη που επικαλέστηκε, προέρχονταν από ζώα.
Η ακρίβεια εδώ έχει σημασία: στη Βουλή παρουσιάστηκαν φωτογραφίες, όχι τα ίδια τα οστά. Και η προέλευσή τους δεν μπορεί να μετατρέπεται σε βεβαιότητα επειδή κάποιος την υποστηρίζει φωνάζοντας από ένα μικρόφωνο.
Το πιο ηχηρό όριο, όμως, το έβαλε ένας άνθρωπος που δε χρειάζεται κανέναν πολιτικό να του εξηγήσει τι σημαίνουν τα Τέμπη. Ο Νίκος Πλακιάς, που έχασε τις δίδυμες κόρες του, διέψευσε τον πρόεδρο της Ελληνικής Λύσης, αναφέροντας ότι οι συγκεκριμένες φωτογραφίες απεικόνιζαν οστά σκύλου και βοοειδούς. Και πρόσθεσε κάτι που θα έπρεπε να σταματήσει κάθε διάθεση για επικοινωνιακούς εντυπωσιασμούς: «Βρέθηκαν και οστά των παιδιών μου και δε θα ήθελα να τα δείχνει κανένας και για κανένα λόγο».
Διαβάστε το ξανά. Ένας πατέρας αναγκάζεται να ζητήσει δημόσια να μη δείχνουν φωτογραφίες από τα λείψανα των παιδιών του. Να υπενθυμίσει το αυτονόητο σε έναν άνθρωπο που ισχυρίζεται ότι ενδιαφέρεται για τη δικαίωσή τους. Παιδιά, τελειώνουν τα περιθώρια να περιγράφουμε τα πάντα σαν μια συνηθισμένη «σκληρή κόντρα στη Βουλή». Υπάρχουν άνθρωποι που πενθούν μέσα σε αυτή την είδηση. Κάπου ώπα. Δεν είναι κομπάρσοι στην αντιπαράθεση κανενός.
Και η συνέχεια έκανε την εικόνα ακόμη χειρότερη. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ο Βελόπουλος ανάρτησε αργότερα στο Χ επιπλέον φωτογραφικό υλικό, το οποίο στη συνέχεια αφαίρεσε, μετά και τις αντιδράσεις συγγενών. Ο Βαγγέλης Βλάχος, που έχασε τον αδελφό του, Βάιο, αντέδρασε επίσης δημόσια. Ο ίδιος ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης υποστήριξε ότι στόχος του ήταν να ελεγχθούν ευρήματα και ότι είχε καταθέσει δειγματοληπτικά τρεις φωτογραφίες.
Αν ζητάς έλεγχο, οφείλεις να μπορείς να εξηγήσεις τι διαθέτεις, τι έχει ήδη εξεταστεί και τι ακριβώς θεωρείς ότι μένει να διερευνηθεί. Η δημόσια επίδειξη ενός τόσο ευαίσθητου υλικού απαιτεί τεκμηρίωση και σεβασμό. Το να προκαλείς σοκ δεν αποδεικνύει ότι αποκάλυψες κάτι. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι προκάλεσες σοκ. Εδώ βρίσκεται και η πιο αποκρουστική πλευρά αυτού του λαϊκισμού: χρησιμοποιεί την ένταση του συναισθήματος σαν μέτρο αλήθειας. Όσο πιο βαριά η εικόνα, όσο πιο δυνατή η φωνή, όσο πιο θεατρική η κίνηση, τόσο πιο εύκολα διεκδικεί ο ομιλητής τον ρόλο εκείνου που «τολμά». Μόνο που χρειάζεται πολύ περισσότερη σοβαρότητα για να στηρίξεις μια καταγγελία με στοιχεία απ’ όση χρειάζεται για να σηκώσεις μια φωτογραφία μπροστά στις κάμερες.
Οι οικογένειες δεν οφείλουν να πληρώνουν με άλλη μία επώδυνη δημόσια έκθεση την προσπάθεια ενός πολιτικού να κυριαρχήσει στην επικαιρότητα. Δεν οφείλουν να ανοίγουν το κινητό τους και να βρίσκουν μια καινούργια αντιπαράθεση γύρω από τα λείψανα των δικών τους ανθρώπων. Ούτε να παρεμβαίνουν κάθε φορά για να ζητούν στοιχειώδη διακριτικότητα.
Και ας μην επιχειρήσει κανείς να παρουσιάσει αυτή την κριτική ως απαίτηση να σταματήσουν οι ερωτήσεις για τα Τέμπη. Οι ερωτήσεις πρέπει να συνεχιστούν. Η διερεύνηση, η τεκμηρίωση και η απόδοση ευθυνών είναι απαραίτητες. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται να αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα. Κάθε ατεκμηρίωτος εντυπωσιασμός δίνει χώρο να συζητάμε για το θέαμα αντί για τα ουσιαστικά ζητήματα της υπόθεσης.
Η συμπεριφορά του Βελόπουλου κρίνεται αυτοτελώς. Η απαράδεκτη χρήση τέτοιων εικόνων δε γίνεται πιο αποδεκτή ανάλογα με το ποιον υπουργό στριμώχνει. Ο σεβασμός στους νεκρούς δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν μας βολεύει πολιτικά εκείνος που επικαλείται τη μνήμη τους. Το να υπερασπίζεσαι τους συγγενείς προϋποθέτει, τουλάχιστον, να τους ακούς όταν σου βάζουν όρια. Όταν ένας πατέρας σού λέει ότι δε θέλει να εκτίθενται έτσι τα λείψανα των παιδιών του, αρχικά δε θα έπρεπε καν να στο λέει Είναι ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ. Υπάρχει χώρος να σταματήσεις, να αναλάβεις την ευθύνη της πράξης σου και να ζητήσεις συγγνώμη.
Κύριε Βελόπουλε, οι άνθρωποι αυτοί είχαν ονόματα, ζωές και δικούς τους ανθρώπους που εξακολουθούν να τους περιμένουν μέσα στην καθημερινότητά τους. Αν για να ακουστεί η φωνή σας χρειάζεται να πληγωθούν ξανά εκείνοι, κατεβάστε τη φωνή σας. Δε θέλει κανείς να ακούσει.