Μέρα μεσημέρι, στη μέση του δρόμου, στην Κυψέλη. Ένα ακόμα περιστατικό άγριας βίας μεταξύ ανηλίκων ήρθε να προστεθεί σε μια λίστα που, αν είμαστε ειλικρινείς, μεγαλώνει επικίνδυνα. Σύμφωνα με όσα καταγράφηκαν, δύο ανήλικοι ρίχνουν έναν νεαρό στο έδαφος. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, άλλοι δύο συμμετέχουν στον ξυλοδαρμό. Μπουνιές, κλωτσιές, χτυπήματα στο κεφάλι. Όλα μπροστά σε δεκάδες περαστικούς. Όλα σε κοινή θέα. Όλα σχεδόν «κανονικά».

Η παρέμβαση τελικά ήρθε από τους ίδιους τους πολίτες. Περαστικοί έτρεξαν να σταματήσουν τη βία, ενώ οι δράστες τράπηκαν σε φυγή. Μια αυτόπτης μάρτυρας περιέγραψε το σοκ: «Ήταν αιμόφυρτο. Βγήκε όλη η γειτονιά έξω. Πετάχτηκαν γυναίκες για να τους σταματήσουν».

Οι Αρχές διεξάγουν έρευνα για τον εντοπισμό των δραστών. Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιοι το έκαναν». Είναι «γιατί συμβαίνει όλο και πιο συχνά».

 


 

Υπάρχει μια επικίνδυνη τάση να βαφτίζουμε τέτοια περιστατικά ως «καβγάδες μεταξύ παιδιών». Σαν να πρόκειται για κάτι φυσιολογικό, σχεδόν αναμενόμενο πια, αφού κάθε μέρα σχεδόν ακούμε και για ένα μαχαίρωμα ανήλικου. Όμως η εικόνα ενός ανήλικου πεσμένου στο έδαφος, να δέχεται επαναλαμβανόμενα χτυπήματα στο κεφάλι, δεν είναι καβγάς. Είναι οργανωμένη βία.

Και το πιο ανησυχητικό; Η κλιμάκωση, αφού μιλάμε για ομαδικές επιθέσεις, για ένταση που δεν σταματά εύκολα, για μια αγριότητα που θυμίζει περισσότερο εκτόνωση παρά σύγκρουση.

 

Η γενιά που μεγάλωσε με θυμό (και χωρίς εκτόνωση)

Σε κοινωνικοψυχολογικό επίπεδο, αυτά τα περιστατικά δεν προκύπτουν στο κενό. Οι έφηβοι σήμερα μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον έντασης: οικονομική πίεση, οικογενειακή αστάθεια, αβεβαιότητα για το μέλλον. Όλα αυτά δεν εκφράζονται πάντα με λόγια. Συχνά εκφράζονται με πράξεις. Η βία λειτουργεί σαν ένας «εύκολος» τρόπος να νιώσεις δύναμη. Να πάρεις έλεγχο. Να ανήκεις κάπου. Και εδώ μπαίνει ο παράγοντας της ομάδας. Η ευθύνη διαχέεται. Η ενοχή μειώνεται. Η πράξη γίνεται πιο εύκολη.

 

Το φαινόμενο του «θεατή»: γιατί κοιτάμε και δεν αντιδρούμε

Ένα από τα πιο σκοτεινά στοιχεία τέτοιων περιστατικών είναι η παρουσία θεατών. Και μπορεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να η συνέβη -ευτυχώς- αυτό, όμως συχνά δεκάδες άνθρωποι παρακολουθούν. Κάποιοι σοκάρονται. Κάποιοι τραβούν βίντεο. Λίγοι παρεμβαίνουν. Αυτό στην κοινωνική ψυχολογία λέγεται «bystander effect». Όσο περισσότεροι είναι παρόντες, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να αναλάβει κάποιος δράση. Όλοι περιμένουν κάποιον άλλον.

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και τον ρόλο των social media. Η βία πλέον δεν είναι μόνο πράξη. Είναι και περιεχόμενο. Ένα περιστατικό μπορεί να καταγραφεί, να ανέβει, να γίνει viral. Αυτό αλλάζει τη δυναμική. Η βία αποκτά κοινό. Και όταν υπάρχει κοινό, υπάρχει και κίνητρο. Δε σημαίνει ότι κάθε παιδί σκέφτεται συνειδητά «θα το κάνω για να φανώ». Αλλά η κουλτούρα του θεάματος έχει ήδη περάσει μέσα στη συμπεριφορά.

Τι κάνουμε τώρα;

Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Δεν είναι μόνο θέμα αστυνόμευσης. Ούτε μόνο θέμα «καλύτερης ανατροφής». Είναι ένα σύμπτωμα μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να διαχειριστεί τον θυμό της.

Χρειάζεται ουσιαστική εκπαίδευση στη διαχείριση συναισθημάτων. Χρειάζεται παρουσία ενηλίκων – όχι μόνο ως ελεγκτών, αλλά ως ανθρώπων που ακούν. Χρειάζεται να σταματήσουμε να κανονικοποιούμε τη βία ως «φάση της ηλικίας».