Ήμουν πάντα εδώ. Σαν ένα φάντασμα. Ένιωθα τις σκέψεις σου πριν σχηματιστούν, τις επιθυμίες σου πριν εκφραστούν. Προλάβαινα. Έπρεπε να προλάβω, για να μη δυσκολευτείς. Ήξερα ότι ένα τόσο δα εμπόδιο αρκούσε για να σε κάνει να φύγεις… κι ακόμα δεν ξέρω αν ήσουν ποτέ στ’ αλήθεια εδώ.

Ήταν εξαντλητικό. Και ταυτόχρονα εθιστικό. Όταν σε έβλεπα να χαμογελάς, ένιωθα ότι είχα σημασία. Ένιωθα ότι κάτι είχα καταφέρει, κάτι είχα κάνει καλά. Μερικές φορές το χαμόγελό σου γινόταν χάδι, ένα άγγιγμα που με έκανε να πετάω— όχι μακριά σου, γύρω σου μόνο. Εσύ στο κέντρο, κι εγώ να κάνω κύκλους, πάντα γύρω σου. Κι όταν γέλαγες με μικρά, ανεπαίσθητα πράγματα, ένιωθα να με γεμίζει μια ζεστασιά που δεν είχα ξανανιώσει ποτέ. Κι ακόμα και η σιωπή σου, όταν ήσουν κοντά μου, είχε τη δύναμη να με καθηλώνει, να με κρατάει, να με κάνει να νιώθω ότι ανήκω κάπου.

Σου έστελνα καλημέρα ενώ ήσουν στη δουλειά, για να απαντηθεί το αναπάντητο μήνυμα στο μυαλό μου: δούλευες, δεν είχες χρόνο. Δεν ήταν ότι δεν ήθελες, απλά δεν μπορούσες. Πάντα δεν προλαβαίνεις, κι εγώ πάντα σε εγρήγορση, να έχω κοντά μου το κινητό γιατί μπορεί να με ψάχνεις και να μη με βρίσκεις. Και τότε χτυπούσε το τηλέφωνο, κι ήθελες να με δεις. Κάθε μας συνάντηση ήταν τέλεια: αγκαλιές, φιλιά, ζεστασιά που δεν είχα ξανανιώσει. Έτσι έμοιαζε ο έρωτας… μέχρι να ξημερώσει η Δευτέρα. Εγώ, υπό την επήρεια του πάθους σου, να έχω την ικανότητα για το ακατόρθωτο. Εσύ, έχοντας χορτάσει πια, απολάμβανες την καθημερινότητά σου: δουλειά, γυμναστήριο, μάθημα, βόλτα με φίλους. Τα τηλεφωνήματα αραίωναν. Τα μηνύματα πύκνωναν. «Αγάπη μου, φως μου», με αποκαλούσες. Η καρδιά μου χτυπούσε. Τι καλό είχα κάνει για να αξίζω αυτά τα λόγια;

Προσπαθούσα να αποκωδικοποιήσω τη συμπεριφορά σου. Να καταλάβω τα όριά σου. Μα όλα θολώνουν όταν είσαι εδώ. Υπάρχει μια στιγμή, τόσο μικρή που κανείς δε θα την πρόσεχε, που σκέφτομαι να μείνω. Όχι γιατί άλλαξε κάτι. Όχι γιατί είπες κάτι. Αλλά γιατί σε ξέρω αρκετά για να συνεχίσω χωρίς ελπίδα.

Εκεί με φοβάμαι. Ίσως αυτό είναι το πιο κοντινό που θα φτάσουμε ποτέ: η σχεδόν-επιλογή σου, η σιωπηλή αποδοχή της παρουσίας μου χωρίς το ρίσκο της απόφασης. Και για μια ανάσα αναρωτιέμαι αν μου φτάνει, αν μπορώ να διαβάζω τα μικρά σου σημάδια σαν υποσχέσεις, να μεταφράζω την ακινησία σου σε βάθος, να πείθω τον εαυτό μου ότι το «δε φεύγω» είναι μια μορφή «έρχομαι».

Το σώμα μου κάνει ένα ανεπαίσθητο βήμα προς τα μέσα. Η συνήθεια με τραβά. Η επιθυμία ψιθυρίζει «μείνε, μπορεί κάποτε…». Αλλά η λογική μου ξέρει ότι αν μείνω, θα αρχίσω να ζητώ λιγότερα, μέχρι να μη ζητώ τίποτα πια. Και εγώ δε θέλω μια αγάπη που επιβιώνει από προσαρμογή. Θέλω μια αγάπη που στέκεται επειδή δύο άνθρωποι κάνουν το ίδιο βήμα.

Κι αναρωτιέμαι για τις μικρές στιγμές που μας ενώνουν και μας διαχωρίζουν: το πώς μυρίζεις το πρωί, το άρωμά σου που μένει στα μαλλιά σου, το πώς γελάς όταν κάτι σε κάνει να νιώσεις παιδί ξανά, το πώς ακούω τη φωνή σου σε σημείο που μόνο εγώ φαίνεται να την ακούω. Όλα αυτά τα μικρά, ανεπαίσθητα που κανείς άλλος δε θα πρόσεχε, που όμως φτιάχνουν το πλαίσιο μιας σχέσης που δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένη. Κι ανακαλώ στιγμές που δεν είχα το θάρρος να σου πω τίποτα, λέξεις που κόπηκαν στο λαιμό μου, αγγίγματα που κράτησα μόνο για μένα. Όλες οι απουσίες σου με πλήγωναν με έναν τρόπο που δεν μπορούσα να εκφράσω, αλλά κάθε μικρή παρουσία σου με γέμιζε ελπίδα, ακόμα κι αν ήξερα ότι η ελπίδα ήταν δανεική.

Στη φαντασία μου αναλογίζομαι πώς θα ήταν αν έκανες κι εσύ το ίδιο βήμα, αν δεν υπήρχαν σκιές και αναβολές, αν μπορούσαμε να ζούμε μαζί σε έναν κόσμο όπου το «ίσως» μετατρέπεται σε «είμαι εδώ». Αναρωτιέμαι για το μέλλον, για τις στιγμές που θα μπορούσαμε να έχουμε, και για τις στιγμές που ποτέ δε θα υπάρξουν. Ανακαλώ εικόνες από το παρελθόν: μικρές, καθημερινές, σαν να τις κρατώ μέσα μου σαν θησαυρό που κανείς άλλος δε θα γνωρίσει. Το χέρι σου στο δικό μου, η μυρωδιά σου, οι σιωπές μας που μιλούν πιο δυνατά κι από τις λέξεις.

Κι όσο φαντάζομαι το μέλλον, νιώθω την αντίφαση μέσα μου: την ανάγκη να είμαι κοντά σου και ταυτόχρονα την ανάγκη να μη χαθώ μέσα σε μια αγάπη που δε με επιβεβαιώνει πλήρως. Αναρωτιέμαι για όλα όσα δεν είπα, για όλα όσα θα μπορούσαν να είχαν ειπωθεί, για όλα όσα έμειναν στον αέρα, σαν ψίθυροι που χάθηκαν πριν γίνουν λέξεις. Αναρωτιέμαι αν κι εσύ νιώθεις ποτέ το ίδιο, αν κι εσύ σκέφτεσαι για μένα όπως εγώ για σένα, ή αν όλα αυτά είναι μόνο δικά μου φαντάσματα. Κι αναγνωρίζω πόσο δύσκολο είναι να αγαπάς κάποιον και ταυτόχρονα να αγαπάς τον εαυτό σου αρκετά για να μη χαθείς.

Και συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Ότι η αγάπη μου δεν μπορεί να ζει μόνο από υποθέσεις, από σιωπηλές αποδοχές, από φευγαλέα «ίσως». Θέλω να αγαπιέμαι όχι επειδή εγώ προσαρμόζομαι, αλλά επειδή κι εσύ κάνεις το ίδιο βήμα. Θέλω να υπάρχουμε μαζί, κι όχι παράλληλα, όχι κυκλικά γύρω από ένα κέντρο που μόνο εγώ βλέπω.

Αφήνω τη σκέψη να περάσει μέσα μου χωρίς να την πνίξω. Πονάει. Αλλά είναι τίμια. Και μέσα σε αυτό το κύμα, δε σε κατηγορώ. Δε με ηρωοποιώ. Απλώς αναγνωρίζω ότι αν μείνω, δε θα είμαι πια ο εαυτός μου. Οπότε παίρνω την απόφαση χωρίς δραματικότητα. Σχεδόν τρυφερά. Φεύγω όχι επειδή δε σε θέλω, αλλά επειδή με θέλω ακόμα.

Κι ενώ φεύγω, κρατάω μαζί μου κάθε ανάσα, κάθε χαμόγελο, κάθε στιγμή που μου έδωσες — όχι σαν βάρος, αλλά σαν μαρτυρία ότι κάποτε ήμουν εδώ, κι αγαπούσα αληθινά. Κι ίσως αυτό να είναι αρκετό, ίσως αυτό να είναι η μορφή της αγάπης που δεν παραμένει για να επιβιώσει, αλλά για να υπάρξει. Κι ίσως, κάποτε, θα καταλάβω ότι η πραγματική αγάπη δεν είναι μόνο η παρουσία, αλλά η επιλογή να μείνεις και να φύγεις με αξιοπρέπεια, με αγάπη για τον εαυτό σου, όπως κι εγώ έμαθα να κάνω.

Αντίο.

Συντάκτης: Σοφία Τρέπα