Έρχεται ένα βράδυ – πάντα υπάρχει ένα βράδυ – όπου, ενώ κοιτάζεις απλά το ταβάνι, κάτι μέσα σου το νιώθεις να μην είναι σωστό. Σαν κάτι να έχει ραγίσει, σαν να έχει σπάσει και τα μικρά του κομματάκια σε ενοχλούν. Στην αρχή δε δίνεις σημασία, από την πολλή καφεΐνη είναι, σκέφτεσαι. Όμως αυτά τα κομματάκια γίνονται όλο και πιο ενοχλητικά· όσο περνάνε οι ώρες εξελίσσονται σε επώδυνα και βαραίνουν. Κανείς δε σε έχει χωρίσει, δεν έχεις απολυθεί ούτε σε πείραξαν. Όμως αυτά είναι εκεί. Μέχρι να κοιτάζεις καλύτερα. Τότε αυτά τα θρύψαλα έχουν σχήμα, εικόνα και, το κυριότερο, αριθμό. Να με το συμπάθιο, ένας αριθμός. Και ποιος είναι αυτός; Η ηλικία σου.

Μία βαριά ταμπέλα με αυτό το νούμερο πάνω της, σαν να είναι από σταθμό. Και αντί να είσαι ενθουσιασμένος που έφτασες ως εδώ, νιώθεις μία απογοήτευση γιατί δεν είσαι εκεί που θα ήθελες. Αυτή η σκέψη στριφογυρίζει καιρό στο κεφάλι σου, ήσυχα σαν ψίθυρος, μέχρι που αυτήν τη νύχτα μεγάλωσε και έγινε κραυγή.

Στα 18 κάνεις όνειρα και σχέδια, όλα είναι εφικτά. Το σπιτάκι των ονείρων σου δίπλα στην παραλία, ένα γρήγορο αμάξι, πολλούς φίλους. Στα 20 και μετά τα ετοιμάζεις, τα μετράς και έχεις χρόνο. Δεν πειράζει αν δε βρήκες ακόμα τη δουλειά των ονείρων σου, δε σε νοιάζει αν δεν έχεις σοβαρή σχέση, θα πας αργότερα τον γύρο της Ασίας. Μετά όμως; Μετά έρχεται το τώρα.

Και τώρα νιώθεις πιο μπερδεμένος από ποτέ. Νιώθεις πως ο χρόνος στενεύει, οι ευκαιρίες μειώνονται και οι επιλογές σου έχουν άλλη βαρύτητα. Μπαίνεις στη διαδικασία της σύγκρισης. Βλέπεις τους συνομηλίκους σου να προχωρούν. Γάμοι. Παιδιά. Προαγωγές. Μετακομίσεις στο εξωτερικό. Επιτυχίες που χωρούν σε ένα τετράγωνο στο Instagram. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε φωτογραφίες με χαμόγελα και λεζάντες γεμάτες ευγνωμοσύνη, νιώθεις ότι η δική σου ζωή δεν έχει τίποτα να επιδείξει.

Δεν είναι ζήλια ακριβώς. Είναι ένα τσίμπημα. Μια αίσθηση ότι έμεινες πίσω.

Στα οικογενειακά τραπέζια οι ερωτήσεις έρχονται ντυμένες με καλοσύνη: «Εσύ πότε;», «Σκέφτεσαι να φύγεις έξω;», «Με τα προσωπικά σου τι γίνεται;». Χαμογελάς, απαντάς αόριστα, αλλά μέσα σου συρρικνώνεσαι. Νιώθεις σαν να απολογείσαι για μια ζωή που δεν εξελίχθηκε σύμφωνα με το σενάριο.

Κι ύστερα έρχεται η σιωπή της νύχτας. Εκεί που δεν έχεις κοινό να πείσεις. Μένεις μόνος με τις σκέψεις σου και κάνεις έναν άτυπο απολογισμό. Τα χρόνια που πέρασαν. Οι επιλογές που έκανες. Οι ευκαιρίες που φοβήθηκες. Οι σχέσεις που κράτησες από συνήθεια. Οι σχέσεις που άφησες γιατί δεν άντεχες άλλο.

Κάθε «αν» γίνεται μαχαιριά. Αν είχα τολμήσει τότε. Αν δεν είχα φοβηθεί. Αν είχα πιστέψει περισσότερο στον εαυτό μου.

Τα βάζεις κάτω και τα μετράς, πού έκανες λάθος. Αν είχες κάνει περισσότερη οικονομία; Όμως το μέτρημα δεν σου βγαίνει. Είχες χρόνο, δεν είχες λεφτά· είχες λεφτά, δεν είχες χρόνο. Και αυτή η Ελλάδα… Αχ, αυτή η Ελλάδα. Δεν βοήθησε καθόλου μία γενιά με το αποτύπωμα της κρίσης να περιφέρεται σε αυτόν τον κόσμο, ένα μόνιμο σημάδι σαν τατουάζ στο μέτωπο.

Η απελπισία της ηλικίας έχει μία ιδιαιτερότητα: δεν είναι θεαματική. Δεν σπαράζεις απαραίτητα σε κλάματα. Είναι πιο ύπουλη. Είναι μια σταθερή αίσθηση ότι η ζωή σου δεν ευθυγραμμίζεται με την εικόνα που είχες γι’ αυτήν. Σαν να φοράς ρούχα που δεν σου ταιριάζουν, αλλά δεν ξέρεις πώς να τα αλλάξεις. Η απελπισία, κατά βάθος, είναι πένθος. Πενθείς την εκδοχή του εαυτού σου που δεν έγινε πραγματικότητα. Πενθείς τα όνειρα που άλλαξαν μορφή. Πενθείς την αθωότητα που σου επέτρεπε να πιστεύεις ότι όλα είναι θέμα θέλησης.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη θλίψη υπάρχει και μια αλήθεια που πονάει αλλά λυτρώνει: τώρα βλέπεις πιο καθαρά. Ξέρεις τι δεν αντέχεις. Ξέρεις ποιοι άνθρωποι δεν σου κάνουν. Ξέρεις ότι η «επιτυχία» δεν είναι πάντα συνώνυμη της ευτυχίας. Έχεις δει σχέσεις να διαλύονται, καριέρες να καταρρέουν, ανθρώπους να χαμογελούν απ’ έξω και να διαλύονται από μέσα. Κι αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι το χρονοδιάγραμμα της ζωής δεν είναι ίδιο για όλους.

Ίσως δεν έχεις ακόμη τη δουλειά που ονειρεύτηκες. Ίσως δεν έχεις τον άνθρωπο που θα σε κρατάει τα βράδια που όλα μοιάζουν δύσκολα. Ίσως ο τραπεζικός σου λογαριασμός δεν αντικατοπτρίζει τον κόπο σου. Αλλά έχεις κάτι που δεν είχες στα 20: επίγνωση.

Και η επίγνωση είναι σπόρος.

Συντάκτης: Βαλάντου Σαρρή