Οι άνθρωποι άλλαξαν. Δεν ξέρω σε ποιες θεωρίες πιστεύουν πια, ούτε αν τα ιδανικά τους μυρίζουν ναφθαλίνη ή αν είναι από εκείνες τις καινούργιες «μοντερνιές» που βαφτίζουν την καταστροφή ως πρωτοπορία. Το μόνο που ξέρω είναι πως η αγάπη έγινε προϊόν με ημερομηνία λήξης μερικές μέρες μετά, για να μην πω ώρες. «Θα είμαι πάντα εκεί», λένε. Ένα για πάντα που κρατά όσο ένας ποδοσφαιρικός αγώνας. Σε αγαπάνε, δήθεν. Κι όμως, η προδοσία γίνεται τόσο εύκολα. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις», «έτυχε». Μπούρδες. Αυτά δεν τυχαίνουν. Η απιστία δεν υπήρξε ποτέ ατύχημα ήταν πάντα επιλογή. Γιατί να μην επιλέξει κάποιος να σε προδώσει όταν σε βλέπει πιο αναλώσιμο κι από ένα πακέτο τσιγάρα; Νομίζεις ότι θα το σκεφτεί; Κάπου εδώ γελάμε.

Σε κουρελιάζει και ύστερα γυρίζει με τη φάτσα του σκύλου που έκανε ζημιά. Μια συγγνώμη, μια δικαιολογία και όλα καλά, ε; Κερατάς και γδαρμένος. Αυτός είναι ο κόσμος πια: μια παράσταση αγάπης μέσα σε καπνογόνα, χωρίς ντροπή, χωρίς ήθος, χωρίς αξιοπρέπεια.

Και εσύ; Τι κάνεις γι’ αυτό; Σου πάτησαν την ψυχή, έκαναν την καρδιά σου θρύψαλα για το τίποτα. Λες να εκδικηθείς. Τι και ποιον; Λέγαν οι παλιοί ότι όλα επιστρέφονται. Κι όμως εκεί, στο πείσμα για εκδίκηση, συνειδητοποιείς πως ο μόνος που πληγώνεις είσαι εσύ. Εσύ που τρως τη σάρκα σου κάθε μέρα, που προσπαθείς να βρεις γαλήνη και τη χάνεις τη στιγμή που την αγγίζεις.

Και έτσι, μέρα με τη μέρα, χάνεις κι εσένα. Κι εκεί που νομίζεις πως δεν έχει μείνει τίποτα, αρχίζει να γεννιέται κάτι καινούργιο. Όχι από έρωτα, όχι από ανάγκη αλλά από επιβίωση. Γιατί κάπου ανάμεσα στις ρωγμές σου, συνειδητοποιείς πως δεν μπορείς να ζεις άλλο με δανεικές συγγνώμες και ξεπλυμένες υποσχέσεις. Δεν σου πάει ο ρόλος του θύματος. Δεν σου ταιριάζει η μόνιμη θέση στο παγκάκι της αναμονής.

Και τότε αρχίζει η επιστροφή. Όχι προς τα πίσω αλλά προς τα μέσα. Είναι εκείνη η  μια στιγμή που ίσως μοιάζει μικρή και ασήμαντη μα είναι η σημαντικότερη εν τέλει. Είναι εκείνο το πρωινό που ξυπνάς και δεν πονάς όπως χθες. Δε θες να εκδικηθείς. Δε σε νοιάζει καν τι κάνει ο άλλος. Θες απλώς να πάρεις μια ανάσα χωρίς να σου μυρίζει στάχτη. Να νιώσεις το σώμα σου χωρίς να κουβαλάει το βάρος της προδοσίας. Να δεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη χωρίς να ψάχνεις τι έφταιξες.

Γιατί, μάντεψε, δεν έφταιξες κι όσο πιο γρήγορα το καταλάβεις τόσο πιο γρήγορα θα χάσουν. Γιατί αυτό είναι το παιχνίδι έχει νικητές και ηττημένους και όπως σε κάθε αγώνα επιβίωσης τα καταφέρνει αυτός που έκλεισε τα μάτια και τόλμησε. Αυτός που άφησε πίσω κάθε φόβο πατώντας  το τεντωμένο σκοινί και ας έτρεμε στην ιδέα της πτώσης. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι όσο το καταλαβαίνεις αυτό, γεννιέται μια νέα βεβαιότητα μέσα σου: ότι η αξία σου δεν καθορίζεται από την προδοσία κανενός, ότι η αξιοπρέπειά σου δεν είναι διαπραγματεύσιμη, ότι η καρδιά σου δεν είναι αρένα.

Και κάπως έτσι αρχίζει να αλλάζει η ματιά σου. Οι άνθρωποι δε σε ξεγελούν πια τόσο εύκολα. Δεν ερωτεύεσαι τα λόγια παρατηρείς τις πράξεις. Δε σε ενθουσιάζουν τα «για πάντα», προτιμάς τα «σήμερα είμαι εδώ και στο δείχνω». Και κάπου εκεί, την πιο απλή στιγμή, χωρίς δραματική μουσική, χωρίς ποιητικές κορώνες, συνειδητοποιείς πως δεν έχεις ανάγκη κανέναν να σε σώσει γιατί έχεις ήδη πια πιάσει το νόημα. Βλέπεις σε έναν κόσμο γεμάτο εύκολες αγάπες και ακόμα πιο εύκολες προδοσίες, το να κρατάς τον εαυτό σου όρθιο δεν είναι αδυναμία όπως πίστευες είναι δύναμη. Το να λες «όχι» είναι δύναμη. Το να προχωράς μπροστά χωρίς να κοιτάς πίσω είναι δύναμη. Και ξαφνικά καταλαβαίνεις κάτι που δεν είχες δει νωρίτερα: ότι δε χρειάζεσαι κανέναν για να σε σώσει. Σώζεις εσύ τον εαυτό σου.

Συντάκτης: Ηλιάννα Βασιλείου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη