Υπάρχει μια φράση που λέγεται όλο και πιο συχνά, σχεδόν μηχανικά: «Είμαι καλά.» Κι όμως, πίσω της κρύβεται μια σιωπή. Όχι λύπη. Όχι θυμός. Όχι πόνος. Αλλά κάτι πιο παράξενο. Το τίποτα.Δεν είναι ότι η ζωή καταρρέει. Δεν υπάρχει κάποια μεγάλη απώλεια, κάποιο δράμα, κάποιο ξεκάθαρο γιατί. Έχεις δουλειά, ανθρώπους, ρουτίνα, στιγμές που «κανονικά» θα έπρεπε να σε κάνουν να νιώθεις. Και όμως, μέσα σου επικρατεί ένα απαλό, άδειο τοπίο. Σαν να περπατάς σε μια πόλη χωρίς ήχους. Όλα φαίνονται σωστά, αλλά τίποτα δεν αγγίζει πραγματικά. Καλωσόρισες στο φαινόμενο του «είμαι καλά αλλά δε νιώθω τίποτα».
Εκεί που το συναίσθημα μπαίνει σε αναμονή. Αυτή η κατάσταση δε μοιάζει με την κλασική θλίψη. Δεν έχει δάκρυα, δεν έχει κρίσεις, δεν έχει εξάρσεις. Έχει ουδετερότητα. Ένα συναισθηματικό mute. Γελάς, αλλά δε γελάς. Συγκινείσαι, αλλά δε σε διαπερνά. Ερωτεύεσαι, αλλά χωρίς εκείνη την αναστάτωση που σε έκανε κάποτε να χάνεις τον ύπνο σου.
Στην ψυχολογία, αυτή η εμπειρία συχνά συνδέεται με τη συναισθηματική απονέκρωση. Έναν μηχανισμό άμυνας του μυαλού, που χαμηλώνει την ένταση των συναισθημάτων όταν έχει κουραστεί να νιώθει πολύ. Όταν έχει περάσει υπερφόρτωση: άγχος, απογοητεύσεις, συνεχείς αλλαγές, συναισθηματική έκθεση χωρίς ανάσα. Δεν είναι ότι δεν μπορείς να νιώσεις. Είναι ότι το σύστημά σου έχει πατήσει παύση.
Η εποχή μας; Συναισθηματική υπερκόπωση. Ζούμε όντως σε μια εποχή που τα πάντα είναι έντονα. Ειδήσεις, social media, σχέσεις, επιτυχίες, αποτυχίες, συγκρίσεις, μηνύματα, ειδοποιήσεις. Ο εγκέφαλος δεν προλαβαίνει να επεξεργαστεί. Και η καρδιά, κάπου στη διαδρομή, κουράζεται να ακολουθεί. Όταν όλα γύρω μας απαιτούν αντίδραση, το πιο εύκολο καταφύγιο γίνεται η απουσία αντίδρασης. Αν δεν νιώθω, δεν πονάω. Αν δεν πονάω, αντέχω. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να ζεις σε ένα συναισθηματικό ενδιάμεσο. Όχι δυστυχισμένος. Αλλά ούτε ζωντανός.
Πολλοί άνθρωποι που βιώνουν αυτό το κενό, το συνοδεύουν με ενοχή. «Έχω τόσα καλά στη ζωή μου, γιατί δεν νιώθω ευτυχία;», «Είμαι αχάριστος;». Κι εκεί αρχίζει ένας δεύτερος κύκλος: δεν φτάνει που δεν νιώθεις, νιώθεις και λάθος που δεν νιώθεις. Αλλά το συναίσθημα δεν λειτουργεί με λογική ή λίστες ευγνωμοσύνης. Δεν είναι μαθηματική πράξη. Είναι εμπειρία. Και η εμπειρία, για να υπάρξει, χρειάζεται παρουσία. Χρειάζεται να είσαι εκεί, όχι απλώς να περνάς μέσα από τις μέρες σου.
Ας το παραδεχτούμε. Το «είμαι καλά» δεν είναι πάντα απάντηση. Είναι συνήθεια. Είναι ευγένεια. Είναι ένας τρόπος να κλείσεις μια κουβέντα πριν καν ανοίξει. Δε ζούμε σε μια κοινωνία που ξέρει να φιλοξενεί το «δεν είμαι καλά αλλά ούτε ξέρω τι έχω». Οπότε μαθαίνουμε να απλοποιούμε. Να δίνουμε μια λέξη αντί για μια αλήθεια. Και σιγά-σιγά, την πιστεύουμε κι εμείς οι ίδιοι. Συχνά, αυτό το συναισθηματικό τίποτα δεν είναι κενό. Είναι στρώματα. Ανεκπλήρωτες προσδοκίες. Σχέσεις που δεν ειπώθηκαν όπως έπρεπε. Όνειρα που μπήκαν σε αναμονή. Κούραση που δεν αναγνωρίστηκε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν νιώθεις. Το πρόβλημα είναι ότι ίσως νιώθεις πάρα πολλά — απλώς όλα μαζί έχουν γίνει ένα θολό, άμορφο βάρος.
Δεν υπάρχει δυστυχώς ένα μαγικό κουμπί για να ξαναρχίσεις να νιώθεις. Αλλά υπάρχει μια μικρή, ήσυχη κίνηση: να αρχίσεις να παρατηρείς. Όχι τα μεγάλα. Τα μικρά. Πώς νιώθεις όταν πίνεις τον καφέ σου το πρωί. Πώς αλλάζει το σώμα σου όταν κάποιος σε κοιτάει λίγο παραπάνω. Πώς σε αγγίζει ένα τραγούδι που κάποτε σήμαινε κάτι. Το συναίσθημα δεν επιστρέφει με εκρήξεις. Επιστρέφει με ψίθυρους.
Και όχι δεν είσαι χαλασμένος. Το «δεν νιώθω τίποτα» δε σημαίνει ότι κάτι πάει στραβά με εσένα. Σημαίνει ότι ίσως για πολύ καιρό ήσουν σε επιβίωση. Και τώρα, το σύστημά σου προσπαθεί να θυμηθεί πώς είναι να ζεις. Δε χρειάζεται να πιέσεις τον εαυτό σου να νιώσει. Χρειάζεται να του δώσεις χώρο να εμανιστεί.
Και όσως, τελικά, το πιο γενναίο πράγμα δεν είναι να λες «είμαι καλά». Είναι να λες: «Είμαι εδώ. Και προσπαθώ να νιώσω ξανά». Γιατί το τίποτα δεν είναι το τέλος. Είναι το ενδιάμεσο. Εκείνο το σιωπηλό σημείο πριν κάτι αρχίσει πάλι να χτυπάει μέσα σου. Και όταν το κάνει, ακόμα κι αν είναι αδύναμα, ακόμα κι αν είναι μπερδεμένα, θα θυμηθείς κάτι απλό και σπουδαίο:
Το να νιώθεις, ακόμα και λίγο, είναι ήδη ζωή.
