Το «δε χρειάζομαι κανέναν» ακούγεται σαν δήλωση δύναμης. Σαν αυτοπεποίθηση. Σαν απελευθέρωση. Σαν ωριμότητα. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές είναι τραύμα με ωραίο packaging. Η hyper-independence — η υπερ-ανεξαρτησία — δεν είναι απλώς η ικανότητα να στέκεσαι μόνος σου. Είναι η ανάγκη να στέκεσαι μόνος σου. Πάντα. Χωρίς εναλλακτική. Χωρίς ρωγμές. Χωρίς «σε χρειάζομαι». Και εκεί ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.
Η υγιής ανεξαρτησία σημαίνει: «Μπορώ μόνος μου, αλλά χαίρομαι και το μαζί». Η hyper-independence σημαίνει: «Μπορώ μόνος μου — και δε θα μου το επιτρέψω ποτέ να μη μπορώ.» Δεν είναι επιλογή. Είναι τρόπος επιβίωσης. Δεν είναι αυτονομία. Είναι έλεγχος.
Γενικότερα, οι hyper-independent άνθρωποι δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια – όχι γιατί δεν τη χρειάζονται – πολύ απλά επειδή έμαθαν να μην την χρειάζονται. Νιώθουν άβολα όταν κάποιος τους φροντίζει, τους νοιάζεται ή τους βοηθάει, νιώθουν εντελώς «έξω από τα νερά» τους. Ο κυριότερος λόγος είναι επειδή παράλληλα θέλουν να έχουν πάντα τον έλεγχο, ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία για το τελικό αποτέλεσμα. Τέλος, προτιμούν να εξαντληθούν – είτε σωματικά είτε ψυχικά – παρά να εκτεθούν. Και το πιο οξύμωρο; Συχνά θεωρούνται οι «δυνατοί» του κύκλου. Και για αυτό δεν έχουμε αμφιβολία.
Πού και πώς γεννιέται όμως αυτή η ανάγκη; Η hyper-independence σπάνια εμφανίζεται από το πουθενά. Συνήθως ριζώνει από νωρίς. Και μας κρατάει συντροφιά δυστυχώς αρκετά. Αναπτύσσεται γενικότερα σε περιβάλλοντα όπου, η συναισθηματική στήριξη ήταν ασταθής, δεν υπήρχε άμεσα ένας ώμος να ακουμπήσεις, ή περιβάλλοντα όπου το να είσαι ευάλωτος η δεν είχε χώρο, το αντίθετο σου ασκούσαν κριτική! Ας μη μιλήσουμε καν για το παιδί που έμαθε να «μην επιβαρύνει», το παιδί που μεγάλωσε σε ένα σπίτι, όπου το να μοιραστεί τους προβληματισμούς και τις σκέψεις του αποτελούσε βάρος, έμαθε λοιπόν να τα λύνει όλα μόνο τους εξ’ αρχής. ‘Ετσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα, πως όταν ένα άτομο μαθαίνει ότι το να βασίζεται σε άλλους οδηγεί συχνά – αν όχι πάντα – σε πόνο, δημιουργεί έναν εσωτερικό κανόνα: Μη χρειάζεσαι. Μη ζητάς. Μη δείχνεις. Αυτό λοιπόν που κάποτε ήταν μηχανισμός επιβίωσης, στην ενήλικη ζωή μετατρέπεται σε εμπόδιο οικειότητας.
Για να το δούμε όμως και λίγο πιο βαθιά το θέμα. Στο dating, η hyper-independence μοιάζει ελκυστική. «Έχει τη ζωή της». «Δεν κρέμεται από κανέναν». «Δεν έχει ανάγκη.» Μόνο που η αγάπη δε χτίζεται πάνω στο «δεν έχω ανάγκη». Αλλά χτίζεται πάνω στο «σε επιλέγω και σε αφήνω να με δεις». Οι hyper-independent άνθρωποι: δε ζητούν, δεν εκφράζουν εύκολα φόβο δε θα παραδεχτούν ότι πληγώθηκαν, και δε θα σου πουν ποτέ «σε χρειάζομαι». Και όταν κάποιος πλησιάζει πολύ; Αποστασιοποιούνται, ψυχραίνονται, και γίνονται απόμακροι. Όχι επειδή δε θέλουν σύνδεση. Αλλά επειδή η σύνδεση σημαίνει ρίσκο. Και το ρίσκο σημαίνει πιθανότητα απώλειας ελέγχου.
Ναι φυσικά και η hyper-independence έχει τίμημα. Όταν δεν επιτρέπεις σε κανέναν να σε δει αδύναμο, κανείς δε σε γνωρίζει πραγματικά. Άρα οδηγείσαι σε συναισθηματική απομόνωση. Επίσης το να τα κρατάς όλα μόνος είναι κουραστικό. Το να είσαι πάντα «ο δυνατός» είναι βαρύ. Έτσι οδηγείσαι με μαθηματική ακρίβεια σε εσωτερική εξάντληση. Ναι μπορεί να έχεις σχέσεις. Αλλά όχι απαραίτητα βάθος. Μη ξεχνάς δεν εμπιστεύεσαι σχεδόν καθόλου.
Κάπου εδώ ας θέσουμε ένα δίλημμά. Η hyper-independence θεωρείται δύναμη ή φόβος; Σίγουρα οι γύρω σου θα χειροκροτήσουν την ανεξαρτησία σου. Δε θα δουν όμως τον φόβο πίσω από αυτήν. Η hyper-independence συχνά ψιθυρίζει: «Αν δε χρειάζομαι κανέναν, δεν μπορούν να με πληγώσουν». Αλλά αυτή η στρατηγική προστατεύει από τον πόνο — και ταυτόχρονα μπλοκάρει την αγάπη. Δεν μπορείς να φιλτράρεις τα συναισθήματα επιλεκτικά. Όταν κλείνεις την πόρτα στον πόνο, κλείνεις και στη χαρά και στην ευτυχία.
Θες να την αναγνωρίσεις; Απλά ρώτησε τον εαυτό σου τις 4 παρακάτω ερωτήσεις: 1.Νιώθω άβολα όταν κάποιος μου προσφέρει βοήθεια; 2. Σκέφτομαι ότι αν βασιστώ σε κάποιον, θα απογοητευτώ; 3.Προτιμώ να «σπάσω» μόνος μου παρά να δείξω αδυναμία; Και τέλος, 4. Δυσκολεύομαι να πω «σε χρειάζομαι» χωρίς να νιώσω μικρός; Τώρα έχεις τις απαντήσεις σου. Αν οι απαντήσεις σου είναι «ναι», δε σημαίνει ότι έχεις πρόβλημα. Σημαίνει ότι απλά έμαθες να προστατεύεσαι. Απλώς ίσως αυτή η «πανοπλία» δε χρειάζεται πια να είναι τόσο βαριά.
Ξέρεις όμως ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι; Να αφήσεις τον έλεγχο. Η hyper-independence είναι έλεγχος! Και ο έλεγχος δίνει ψευδαίσθηση ασφάλειας. Το να αφήσεις κάποιον να σε στηρίξει σημαίνει: να παραδεχτείς ότι δεν είσαι άτρωτος, ή ακόμα να δεχτείς ότι μπορεί να πληγωθείς, και να επιτρέψεις την πιθανότητα απογοήτευσης. Αλλά σημαίνει και κάτι άλλο: πιθανότητα βαθιάς σύνδεσης. Η πραγματική δύναμη δεν είναι να μη χρειάζεσαι κανέναν. Είναι να μπορείς να χρειαστείς και να μη νιώθεις ντροπή γι’ αυτό.
Η hyper-independence ίσως κάποτε σε έσωσε. Ίσως σε κράτησε όρθιο όταν δεν υπήρχε κανείς. Αλλά η ενήλικη ζωή δεν είναι μόνο επιβίωση. Είναι επιλογή. Και η επιλογή του «μαζί» δεν αναιρεί την ανεξαρτησία σου. Την ολοκληρώνει. Γιατί η ωριμότητα δεν είναι η απόλυτη αυτάρκεια. Είναι η ικανότητα να σταθείς μόνος — και ταυτόχρονα να επιτρέψεις σε κάποιον να σταθεί δίπλα σου. Ίσως το πιο επαναστατικό πράγμα που μπορεί να πει ένας hyper-independent άνθρωπος δεν είναι: «Δε χρειάζομαι κανέναν», αλλά «Σε χρειάζομαι — και δε φοβάμαι που το λέω.»
Υγ. Γιατί τελικά, η απομόνωση δεν είναι δύναμη. Είναι ασπίδα. Είναι τείχος που πρέπει να πέσει. Και κάποια στιγμή, για να ζήσεις πραγματικά, πρέπει να βγεις από την αμυντική στάση. Όχι για να εξαρτηθείς. Αλλά για να συνδεθείς.
