Δεν ήταν ποτέ επίσημα σχέση. Δεν υπήρξε «μαζί». Δεν υπήρξε «χωρίζουμε». Δεν υπήρξε καν μια καθαρή αρχή. Κι όμως, όταν τελείωσε, πόνεσε σαν κανονικός χωρισμός. Αυτό είναι το παράδοξο των σύγχρονων σχέσεων: μπορεί να περάσεις μήνες- ίσως και χρόνια- μοιραζόμενος στιγμές, μηνύματα, βλέμματα, οικειότητα, ίσως και βαθιά συναισθήματα με έναν άνθρωπο, αλλά να μη μπορείς ποτέ να εξηγήσεις ακριβώς τι ήσασταν. Και όταν αυτό τελειώσει, μένεις με μια απώλεια που δε ξέρεις πώς να ονομάσεις. Το λένε λοιπόν, situationship grief.
Το πένθος για μια σχέση που δεν είχε ποτέ επίσημο τίτλο – αλλά είχε αρκετή πραγματικότητα για να αφήσει πίσω της κενό. Μια σχέση που δεν έγινε ποτέ σχέση! Το situationship είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό προϊόν της σύγχρονης κουλτούρας των σχέσεων. Είναι εκείνη η σύνδεση που υπάρχει, αλλά δεν ορίζεται ποτέ. Υπάρχουν ραντεβού. Υπάρχει επικοινωνία. Υπάρχει ένταση και έλξη. Συχνά υπάρχει και μια μορφή συναισθηματικής εγγύτητας που μοιάζει με σχέση.
Αυτό που δεν υπάρχει είναι σαφήνεια. Τι είστε, που πάτε; Δεν υπάρχει καθαρό πλάνο. Δεν υπάρχουν ξεκάθαρες κουβέντες για το τι σημαίνει αυτό που ζείτε. Οι συζητήσεις για το «τι είμαστε» είτε αποφεύγονται είτε χάνονται μέσα σε αόριστες απαντήσεις. Έτσι δημιουργείται μια δυναμική όπου δύο άνθρωποι ζουν κάτι που μοιάζει με σχέση, χωρίς ποτέ να το παραδέχονται ως τέτοιο. Και όσο διαρκεί, αυτή η ασάφεια μπορεί να μοιάζει σχεδόν βολική. Δεν υπάρχουν υποχρεώσεις, δεν υπάρχουν απαιτήσεις, δεν υπάρχει πίεση ορισμών. Μέχρι τη στιγμή που τελειώνει.
Το θέμα είναι γιατί πονάει τόσο πολύ; Όταν τελειώνει μια κανονική σχέση, υπάρχει ένα σαφές τέλος. Ένα σημείο όπου η ιστορία ολοκληρώνεται. Όσο επώδυνο κι αν είναι, υπάρχει μια αφήγηση που βοηθά το μυαλό να καταλάβει τι συνέβη. Στα situationships, αυτό το τέλος σπάνια υπάρχει. Η επικοινωνία μπορεί να μειωθεί σταδιακά. Τα μηνύματα να αραιώσουν. Οι συναντήσεις να σταματήσουν χωρίς ξεκάθαρη εξήγηση. Μερικές φορές, απλώς εξαφανίζεται.
Και τότε μένεις με μια σχέση που δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά. Μια ιστορία που έμεινε ανοιχτή. Το μυαλό δυσκολεύεται να επεξεργαστεί εμπειρίες που δεν ολοκληρώθηκαν. Γι’ αυτό και τα situationships αφήνουν πίσω τους μια ιδιαίτερη μορφή πένθους: το πένθος για το ανεκπλήρωτο. Δεν πονάς μόνο για αυτό που ήταν. Πονάς κυρίως για αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει.
Ένα από τα πιο δύσκολα στοιχεία του situationship grief λοιπόν, είναι ότι συχνά δεν αναγνωρίζεται από το περιβάλλον. Όταν τελειώνει μια σχέση, οι άνθρωποι γύρω σου καταλαβαίνουν. Υπάρχει κατανόηση για τη θλίψη, για την ανάγκη να επεξεργαστείς αυτό που χάθηκε. Αλλά όταν τελειώνει μια situationship, η αντίδραση είναι διαφορετική. Συχνά συνοψίζεται σε μια φράση: «Μα δεν ήσασταν μαζί». Και εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.
Η απώλεια είναι πραγματική, αλλά δεν έχει κοινωνική επιβεβαίωση. Έτσι το πένθος γίνεται πιο σιωπηλό, πιο εσωτερικό. Προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν πρέπει να σε επηρεάζει τόσο, ενώ μέσα σου νιώθεις ότι κάτι σημαντικό τελείωσε.
Τα situationships αφήνουν πίσω τους ένα ιδιαίτερο είδος σκέψης: το «ίσως». Ίσως αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ίσως αν κάποιος ήταν πιο έτοιμος. Ίσως αν λέγατε κάποια πράγματα την κατάλληλη στιγμή. Αυτές οι σκέψεις δεν έχουν απάντηση. Και ακριβώς επειδή δεν έχουν απάντηση, παραμένουν.
Η πιθανότητα είναι συχνά πιο δύσκολο να αποχωριστείς από την πραγματικότητα. Όταν κάτι τελειώνει ξεκάθαρα, μπορείς να το αποδεχτείς. Όταν κάτι μένει ανοιχτό, συνεχίζεις να επιστρέφεις σε αυτό. Και έτσι η ιστορία συνεχίζει να ζει μέσα στο μυαλό, ακόμα κι όταν στην πραγματικότητα έχει τελειώσει.
Το situationship grief δεν αφορά μόνο τον άνθρωπο που έφυγε. Αφορά και την ιστορία που είχες αρχίσει να φαντάζεσαι. Την πιθανότητα ότι αυτό θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι πιο ξεκάθαρο. Την προσδοκία ότι κάποια στιγμή θα γινόταν πραγματική σχέση. Την αίσθηση ότι υπήρχε κάτι εκεί που άξιζε να μεγαλώσει. Όταν αυτή η πιθανότητα χάνεται, δε χάνεται μόνο η σύνδεση. Χάνεται και η αφήγηση που είχες αρχίσει να δημιουργείς για το μέλλον. Και αυτό είναι που κάνει το πένθος τόσο περίεργο: πενθείς κάτι που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Οι σύγχρονες σχέσεις έχουν αλλάξει τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι συνδέονται – και τους τρόπους με τους οποίους χωρίζουν. Τα situationships είναι μέρος αυτής της πραγματικότητας. Είναι σχέσεις χωρίς ορισμούς, αλλά όχι χωρίς συναίσθημα. Και όταν τελειώνουν, αφήνουν πίσω τους μια απώλεια που δε χωρά εύκολα σε καμία κατηγορία. Ίσως όμως αυτό είναι το πιο σημαντικό που μπορείς να θυμάσαι: μια σύνδεση δε χρειάζεται τίτλο για να είναι αληθινή. Και το γεγονός ότι κάτι δεν είχε όνομα, δεν σημαίνει ότι δεν είχε σημασία. Γιατί μερικές φορές, αυτό που πενθούμε περισσότερο δεν είναι η σχέση που είχαμε. Είναι εκείνη που θα μπορούσε να υπάρξει.
