Πόσο κουραστικό είναι να πρέπει συνεχώς να εξηγείς πώς νιώθεις, σε μια καθημερινότητα που φωνάζει από μόνη της;

Υπάρχουν μέρες που δεν έχεις τη δύναμη να πεις πολλά. Όχι επειδή δεν έχεις τι να πεις, αλλά επειδή τα έχεις πει όλα, απλώς όχι με λέξεις. Τα έχεις πει με το βλέμμα σου που βαραίνει, με το σώμα σου που σέρνεται, με το «είμαι καλά» που βγαίνει μηχανικά, σχεδόν σαν άμυνα, ενώ θα έπρεπε να πεις άλλα χίλια δύο. Κι όμως, κάπου εκεί εμφανίζεται πάντα η ίδια ερώτηση:
«Τι έχεις; Μίλα μου. Εξήγησέ μου.». Λες και είναι ποτέ κάποιος σε θέση να ακούσει ή να καταλάβει.

Και δεν είναι ότι δε θέλεις να μιλήσεις. Είναι ότι έχεις κουραστεί να εξηγείς. Ζούμε σε μια καθημερινότητα που φωνάζει από μόνη της. Τα deadlines, οι υποχρεώσεις, τα οικονομικά άγχη, τα social media που απαιτούν να είσαι συνεχώς  on, οι σχέσεις που θέλουν διαρκή συναισθηματική διαθεσιμότητα. Όλα αυτά δημιουργούν έναν μόνιμο θόρυβο. Έναν θόρυβο που δεν αφήνει χώρο για σιωπή, αλλά ούτε και για βαθιά κατανόηση. Κι όμως, συχνά περιμένουμε από τον άλλον να βάλει τα συναισθήματά του σε λέξεις, καθαρές, λογικές, χωρίς μπλέξιμο. Σαν να είναι υποχρέωσή του, ή σαν να είναι κάτι εύκολο και απλό.

Το πρόβλημα όμως είναι πως τα συναισθήματα δεν λειτουργούν έτσι. Δεν είναι πάντα τακτοποιημένα, ούτε εύκολα εξηγήσιμα. Πολλές φορές είναι ένα μείγμα: λίγη κούραση, λίγη απογοήτευση, λίγο «δεν αντέχω άλλο», λίγο «θέλω απλώς να με αφήσουν ήσυχο». Και πώς να το εξηγήσεις αυτό χωρίς να ακουστείς υπερβολικός, γκρινιάρης ή δραματικός;

Κάπου εδώ γεννιέται η συναισθηματική εξάντληση. Όχι από το ίδιο το συναίσθημα, αλλά από την ανάγκη να το μεταφράζεις συνεχώς για τους άλλους. Να δίνεις εξηγήσεις για τη διάθεσή σου, να δικαιολογείς την απόσυρσή σου, να κάνεις τον εσωτερικό σου κόσμο «εύπεπτο» για να μη δημιουργήσεις δυσφορία. Και όλα αυτά πολλές φορές τα λες μόνο με ένα βλέμμα ή δύο λέξεις. Απλώς πρέπει να είναι και ο άλλος σε θέση να το αντιληφθεί.

Και είναι εξαντλητικό γιατί πολλές φορές δεν ζητάς λύση. Δεν ζητάς συμβουλές. Δεν ζητάς ανάλυση. Ζητάς απλώς χώρο. Χρόνο. Κατανόηση χωρίς ανάκριση. Και είναι εκεί που ελπίζεις για μια σιωπηλή αποδοχή του τύπου: «Σε βλέπω. Ακόμα κι αν δεν μου το εξηγήσεις.»

Η κοινωνία, όμως, μας έχει μάθει το αντίθετο. Μας έχει μάθει ότι αν δεν εξηγήσεις, κάτι κρύβεις. Ότι αν δεν μιλήσεις, κάτι ή κάποιον αποφεύγεις. Ότι αν δεν αναλύσεις, δεν προσπαθείς. Κι έτσι, η σιωπή παρεξηγείται, η κούραση αμφισβητείται και το συναίσθημα γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Το πιο κουραστικό κομμάτι; Ότι συχνά χρειάζεται να εξηγείς ακόμα και τα αυτονόητα. Ότι είσαι άνθρωπος. Ότι δεν είσαι πάντα διαθέσιμος. Ότι δεν έχεις πάντα λόγια. Ότι δε χρωστάς συναισθηματική διαφάνεια 24/7.

Ίσως τελικά το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν εξηγούμε αρκετά πώς νιώθουμε, αλλά ότι έχουμε ξεχάσει πώς να ακούμε – και πώς να παρατηρούμε. Έχουμε ξεχάσει ότι η κούραση φαίνεται. Ότι η πίεση εκπέμπεται. Ότι ο άλλος δε χρειάζεται πάντα να γίνει ο αφηγητής του πόνου του για να τον πιστέψουμε.

Υπάρχει μια παράξενη ελευθερία στο να μην εξηγείς. Στο να επιτρέπεις στον εαυτό σου να πει «δεν μπορώ τώρα» χωρίς επεξήγηση. Στο να σέβεσαι τη σιωπή σου. Και ίσως εκεί κρύβεται μια μικρή επανάσταση: στο να σταματήσουμε να απαιτούμε από τους ανθρώπους γύρω μας να μεταφράζουν τον εσωτερικό τους κόσμο, και να μάθουμε να τον σεβόμαστε όπως είναι.

Γιατί καμιά φορά, το πιο συμπονετικό πράγμα που μπορείς να πεις δεν είναι «εξήγησέ μου», αλλά «Σε καταλαβαίνω, ακόμα κι αν δεν μου πεις τίποτα.»!

Συντάκτης: Άντρεα Λαζαρίδου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη