Disclaimer: Σε αυτό το άρθρο το political correctness έχει πάει βόλτα. Η σωστή διαπαιδαγώγηση και η μέθοδος Μοντεσσόρι δεν θα θιχτούν σε καμία παράγραφο. Παιδικά τραύματα και ψυχαναλύσεις επίσης δεν περιλαμβάνονται.
Αυτό το άρθρο είναι ωδή στις αναμνήσεις.
Είναι οι ατάκες και οι φράσεις που ακούσαμε όλοι στα σπίτια μας σαν παιδιά. Φράσεις που τότε μας εκνεύριζαν και σήμερα μας κάνουν να χαμογελάμε. Ατάκες που ακούστηκαν σε κουζίνες, σε μπαλκόνια, σε διαδρόμους. Ατάκες που έκρυβαν αγωνία, έλεγχο, υπερβολή αλλά και αγάπη.
Και πριν καν συνεχίσεις να διαβάζεις, ξέρεις ήδη ποια θα είναι η πρώτη.
- «Ζακέτα πήρες;»
Δεν είχε σημασία αν έξω είχε 25 βαθμούς. Δεν είχε σημασία αν ίδρωνες πριν καν βγεις. Δεν είχε σημασία αν έπρεπε να δείξεις το καινούριο σου μπλουζάκι. Η ζακέτα ήταν νόμος. Και φυσικά ακολουθούσε το:
«Θα κρυώσεις παιδί μου, πού πας έτσι;»
Σήμερα μπορεί να γελάμε. Αλλά κοίτα να δεις που μεγαλώσαμε και βάζουμε το παντελόνι μέσα στην κάλτσα, τη μπλούζα μέσα από το σώβρακο, τα λέμε layering και τα βαφτίζουμε μόδα.
Κάτι ήξερε η μάνα.
- «Ένα να μιλήσεις με τη θεία σου στο τηλέφωνο!»
Το τηλέφωνο ερχόταν προς το μέρος σου με βλέμμα που δεν σήκωνε αντίρρηση. Δεν ήθελες. Δεν είχες τι να πεις. Δεν ήξερες καν ποια θεία είναι αυτή.
«Γεια σου θεία.»
«Γεια σου αγάπη μου!»
«Καλά.»
«Καλά.»
«Άντε να έρθετε.»
«Ναι.»
Τρία λεπτά αμηχανίας. Και η μάνα σου δίπλα να σου κάνει νόημα: «Μίλα.»
Μάθημα κοινωνικότητας έκτακτης ανάγκης: πώς να μιλήσεις σε συγγενείς χωρίς να ανοίξει πόλεμος.
- «Τον πατέρα σου τον ρώτησες;»
Το πρώτο μάθημα γραφειοκρατίας και ταυτόχρονα μάθημα ομαδικότητας… ή και όχι.
Πήγαινες στη μαμά. Σε έστελνε στον μπαμπά. Πήγαινες στον μπαμπά. «ΤΗΝ ΜΑNΑ ΣΟΥ ΤΗΝ ΡΩΤΗΣΕΣ;»
Σε έστελνε πάλι στη μαμά.
Και κάπου εκεί καταλάβαινες ότι χωρίς διπλή έγκριση και μικρό μίνι μίτινγκ για τις δύσκολες ώρες δεν περνάει τίποτα.
- «Θα τα πούμε στο σπίτι εμείς.»
Αυτή δεν ήταν φράση. Ήταν προειδοποίηση. Trailer ταινίας τρόμου.
Λεγόταν χαμηλόφωνα, με χαμόγελο μπροστά σε τρίτους. Αλλά το βλέμμα έλεγε: «Μην χαίρεσαι»
Στον δρόμο για το σπίτι ετοίμαζες απολογία.Υποσχέσεις. Συμφωνίες. Δάκρυα σε εφεδρεία.
Συνήθως ήταν λιγότερο τρομακτικό απ’ όσο φαινόταν αλλά οι πιθανότητες για επερχόμενη τιμωρία δεν ήταν με το μέρος σου.
- «Πιες τον χυμό σου, θα φύγουν οι βιταμίνες!»
Μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι οι βιταμίνες έχουν πόδια, δική τους προσωπικότητα και χαρακτήρα.
Ότι αν δεν πιεις τον χυμό σε τρία λεπτά, θα σηκωθούν και θα φύγουν.
Το ίδιο και με το φαγητό:
«Φάε το όσο είναι ζεστό!»
«Τα παιδάκια στην Αφρική δεν έχουν να φάνε!»
«Μην αφήνεις την τελευταία σου μπουκιά γιατί δεν θα ψηλώσεις!»
Κάπως έτσι μάθαμε να τρώμε γρήγορα.
Και τόλμα να πεις τώρα ότι δεν θες να φας όταν πας επίσκεψη στο σπίτι. Πόσο να τους ραγίσεις την καρδιά;
Τρώγε!
- «Πού πας έτσι; Τι θα πει ο κόσμος;»
Ο κόσμος. Αυτός ο αόρατος παρατηρητής που δεν γνώρισες ποτέ,
αλλά επηρέαζε το ντύσιμό σου σαν την κάμερα του Big Brother που υπήρχε μόνο όταν το στυλ σου δεν ταυτιζόταν με των γονιών σου.
Σκισμένα τζιν, έντονο μακιγιάζ, φράντζες, φαρδιά παντελόνια με το μισό σώβρακο να φαίνεται και άλλα πολλά…
Κι οι γονείς μας; Στα νιάτα τους χαίτη μαλλί, πολύχρωμα λουλουδάτα πουκάμισα, φαρδιά παντελόνια και μπλούζες με βάτες. Σοβαρά τώρα;
- «Δεν είναι ξενοδοχείο εδώ.»
Το άκουγες όταν άρχισες να βγαίνεις περισσότερο. Όταν το «θα αργήσω λίγο» σήμαινε δύο ώρες.
Όταν γυρνούσες και το φως της κουζίνας ήταν ακόμα ανοιχτό ή και κλειστό, αλλά η μάνα ήξερε πότε γύρισες και το πρωί, ωχ, το πρωί! ξεκινούσε η μίνι ανάκριση με νότες απογοήτευσης και ελαφρύ θυμό.
- «Όσο μένεις σε αυτό το σπίτι…»
Η φράση που σε επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Σου θύμιζε ποιος πληρώνει τους λογαριασμούς. Ποιος βάζει το φαγητό στο τραπέζι. Ποιος έχει τον τελευταίο λόγο.
Κι εσύ έκλεινες την πόρτα λίγο πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν, περιμένοντας τη στιγμή που θα έμενες μόνος σου στο δικό σου σπίτι.
Και τώρα που μένεις πλέον στο δικό σου σπίτι, όταν πας επίσκεψη, σηκώνεις το μισό ψυγείο για να γεμίσεις το δικό σου, παίρνεις και κάτι κωλόχαρτα που είχαν πάρει σε προσφορά και για εσένα και γιατί όχι, μία σαλατιέρα.. γιατί, ναι, στα μάτια τους θα είσαι για πάντα το παιδί τους, και ακόμα λίγο ανεπρόκοπο, κι ας κοντεύεις τα 40.
- «Δεν με νοιάζει τι κάνουν τα άλλα παιδιά! Vs Είδες πόσο καλό παιδί είναι ο Μανωλάκης;»
Το απόλυτο combo. Όλοι θα πάνε. Όλοι θα γυρίσουν αργά. Όλοι έχουν κινητό. Δεν τους ένοιαζε τι κάνουν τα άλλα παιδιά, εδώ μπαίνει και το κλασικό:
«Αν οι φίλοι πέσουν από τον γκρεμό, θα πας να πέσεις και εσύ μαζί τους;»
Και σε αντίθεση με όλα αυτά, πάντα υπήρχε ο Μανωλάκης, ο Γιωργάκης, το Μαράκι, η Χριστινούλα.
Το παιδί-πρότυπο για όποτε χρειαζόταν μόνο.
Κι εμείς; Το δικό μου παιδί! Το παιδάκι μου! Το καλύτερο παιδί!
Τρέχα, γυρεύε.
- «Θα το καταλάβεις όταν γίνεις γονιός.»
Τότε τους κοιτάγαμε με απορία.
Τότε τα 30 φάνταζαν έτη φωτός μακριά, που νομίζαμε ότι θα έχουμε παιδιά και σπίτι.
Τώρα η απορία έχει φύγει. Γιατί κάπου αρχίζουμε να το καταλαβαίνουμε. Όχι την υπερβολή. Την αγωνία.
10+1. «1+1 κάνει 2.»
Για το φινάλε, η ατάκα της δικής μου μαμάς.
Εκεί καταλάβαινα ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά, καθώς αυτή η μαθηματική πράξη ήταν μόνο ο πρόλογος.
Λεγόταν όταν οι δικαιολογίες μου είχαν τρύπες. Όταν νόμιζα ότι μπορούσα να την κοροϊδέψω.
«1+1 κάνει 2.»
Σταθερή. Απόλυτη. Σήμαινε: μη με περνάς για χαζή.
Ξέρω.
Και τελικά ήξερε. Πάντα ήξερε.
Κι ας προσπάθησε να με κάνει να αγαπήσω τα μαθηματικά με τις μαθηματικές πράξεις της, εκεί δεν τα κατάφερε.
Drop the mic μην μας πάρουν τα ζουμιά.
Κι εμείς, ακόμα, μαθαίνουμε.
Ευχαριστούμε λοιπόν, μαμά και μπαμπά, για όλες τις ατάκες, την αγάπη και τα μαθήματα ζωής που δεν θα ξεχαστούν ποτέ.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
