Λένε πως η σεζόν είναι το μεγαλύτερο σχολείο επιβίωσης στην Ελλάδα και μάλλον έχουν δίκιο..
Είναι εκείνη η φάση της ζωής σου που αρχίζεις να μετανιώνεις το «Άντε να τελειώσω το σχολείο, να σηκωθώ να δουλέψω, να γίνω ανεξάρτητος, να μην δίνω λογαριασμό σε κανέναν». Την ίδια στιγμή, εύχεσαι να μην έφευγες ποτέ από το πατρικό σου και να μην είχες καμία ευθύνη.
Το σχολείο το τελείωσες, δουλειά βρήκες, σπίτι δικό σου νοίκιασες και μετά το δικό σου το σπίτι σε άλλον νοικιάστηκε. Η πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση με το σενάριο που είχες φτιάξει. Ωραία η ανεξαρτησία, αλλά έρχεται παρέα με πολλούς λογαριασμούς και λεφτά που, δυστυχώς, δεν φτάνουν ούτε για τα βασικά. Κάπου εκεί έρχεται η απελπισία. Το μυαλό σου στροφάρει με ιλιγγιώδη ταχύτητα: πρέπει να επιβιώσεις αξιοπρεπώς. Έχεις βάλει στόχους, έχεις όνειρα και θέλεις να τα δεις να πραγματοποιούνται γρήγορα.
Και η ιδέα σκάει. Στην αρχή μοιάζει γλυκιά. ΣΕΖΟΝ; Σεζόν! Λίγο αστειεύεσαι και αυτοαποκαλείσαι οικονομικός μετανάστης στην ίδια σου τη χώρα. Κάπως έτσι, μισοπερίεργα και μισοτρομαγμένα, το ταξίδι ξεκινάει. Στην αρχή σε βρίσκει να κάνεις το τσιγάρο σου στο κατάστρωμα κάποιου πλοίου της γραμμής, Άνοιξη ακόμα, με τη σημαία να χτυπιέται από τα μποφόρια. Είσαι καταμεσής του πελάγους και νιώθεις σαν πρωταγωνιστής σε σύγχρονο βίντεο κλιπ για το «ψωμί της ξενιτιάς» του Καζαντζίδη.
Φτάνεις.
Ο εργοδότης σε περιμένει. Χαμόγελα, χειραψίες, το κλασικό «εδώ είμαστε οικογένεια». Κουνάς το κεφάλι, αλλά δεν ξέρεις ακόμα αν πρέπει να το πιστέψεις. Το σπίτι προσωπικού είναι το επόμενο βήμα. Αν είσαι τυχερός, είσαι μόνος. Αν όχι, μοιράζεσαι ένα μικρό στούντιο, κάπου ανάμεσα σε κάτι πρόχειρο και κάτι παλιό. Η υγρασία έντονη, οι ανέσεις λιγότερες απ’ όσες έχεις συνηθίσει. Δύο μάτια κουζίνας, ένα κρεβάτι, ένα πλυντήριο κοινό για όλους. Δεν το λες και σπίτι, μοιάζει περισσότερο με στάση.
Στην αρχή το βλέπεις σαν εμπειρία. Λες θα περάσει εύκολα. Θα δουλέψεις, θα μαζέψεις χρήματα, θα φύγεις. Αλλά η σεζόν δεν είναι ποτέ τόσο απλή. Είναι ένας συνδυασμός τρέλας, κούρασης και αυτογνωσίας. Ξεκινάνε τα ωράρια, που είναι πολύ μακριά από αυτό που είχες στο μυαλό σου. Περιμένεις το ρεπό σαν μικρή γιορτή — που δεν είναι πάντα σίγουρο ότι θα έρθει. Κουράζεσαι χωρίς να το καταλάβεις. Χάνεις κιλά από το τρέξιμο – κοίτα να δεις τι σου κάνει το 10ωρο, ε;
Μαθαίνεις να λειτουργείς μηχανικά, αλλά να συνεχίζεις. Γνωρίζεις κόσμο, συναδέλφους που είναι στην ίδια φάση με σένα. Στο νησί είστε όλοι ξένοι, και αυτό σας ενώνει. Κάθεστε μαζί, μιλάτε για τις πόλεις σας, για το «πριν». Μερικές φορές γελάτε, άλλες απλά κάθεστε σιωπηλοί. Οι ντόπιοι υπάρχουν, αλλά έχουν άλλες ζωές, άλλες συνήθειες. Δεν είναι κακό, απλά δεν είναι δικό σου.
Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει και κάτι ήσυχο: Το νησί. Κάποιες στιγμές, νωρίς το πρωί ή αργά το βράδυ, υπάρχει μια ησυχία που δεν είχες στην πόλη. Μια αίσθηση ότι όλα είναι πιο απλά, έστω και για λίγο. Το κρατάς αυτό.
Οι τουρίστες έρχονται και φεύγουν. Σιγά-σιγά γνωρίζεις ανθρώπους από όλο τον κόσμο, με τις δικές τους νοοτροπίες. Είναι λες και επισκέφθηκες χώρες που ακόμα δεν έχεις προλάβει να πας. Κάποιοι σε κάνουν να δακρύσεις με την καλοσύνη τους. Σου μιλάνε, απορούν με τις ώρες που δουλεύεις και καμιά φορά σε χαρτζιλικώνουν παραπάνω από όσο περιμένεις. Μαθαίνεις ότι η ανθρωπιά μπορεί να συναντηθεί στις πιο απροσδόκητες στιγμές.
Οι μέρες περνάνε γρήγορα σαν τρένο. Ξύπνημα, δουλειά χωρίς ρεπό, κούραση που σε κυνηγάει. Και κάπου μέσα σε αυτό, αρχίζεις να αλλάζεις. Μαθαίνεις να τα βγάζεις πέρα με λιγότερα αλλά πιο έξυπνα. Να προσαρμόζεσαι χωρίς να το πολυσκέφτεσαι. Να μην περιμένεις τις ιδανικές συνθήκες για να συνεχίσεις.
Και μετά, έρχεται το τέλος. Ο Οκτώβρης. Επιστρέφεις στην πόλη και εκεί έρχεται το πραγματικό χάος. Ξυπνάς στο δωμάτιό σου και όλα είναι παράξενα σιωπηλά. Αντέχεις άλλο ένα χρόνο; Θα βγάλεις τον χειμώνα με το ταμείο ανεργίας; Οι σκέψεις αυτές σε τρομάζουν, αλλά τουλάχιστον τώρα έχεις το θάρρος να αποφασίσεις.
Όταν βλέπεις τα χρήματα που μάζεψες για να πραγματοποιήσεις ένα όνειρο, συνειδητοποιείς πόσο πολύ έχεις αλλάξει μέσα σε λίγους μήνες. Κάθε μέρα σου έδινε ένα μάθημα θάρρους. Έμαθες να παίρνεις αποφάσεις γρήγορα, να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου, να διαχειρίζεσαι ανθρώπους και καταστάσεις που σε φόβιζαν.
Κάποιες στιγμές ένιωσες μοναξιά και αβεβαιότητα. Κάποιες νύχτες σκέφτηκες το σπίτι σου και αναρωτήθηκες αν αξίζει. Αλλά η σεζόν δεν είναι απλώς δουλειά. Είναι ένα ταξίδι που σε κάνει πιο δυναμικό και πιο ανεξάρτητο. Σου δίνει μια αίσθηση ότι μπορείς να τα καταφέρεις ακόμη και όταν όλο το σύμπαν φαίνεται εναντίον σου.
Η σεζόν δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά. Μέσα σου θα θυμάσαι τις στιγμές που τρόμαζες και γέλασες ταυτόχρονα, τα ξενύχτια, το κρύο, και την αίσθηση ότι μπορείς να τα βγάλεις πέρα ακόμα και με λίγα.
Και ξέρεις και κάτι άλλο; Αν κατάφερες να βγάλεις την πρώτη σου σεζόν, τώρα ξέρεις ακριβώς τι θράσος χρειάζεται για να μην την ξαναπατήσεις όπως τότε. Ξέρεις τι αξίζεις, ξέρεις τι αντέχεις και κυρίως, ξέρεις ότι τίποτα εκεί έξω δεν μπορεί να σε φοβίσει τόσο εύκολα ξανά.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
