Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που σταματάς να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου με θόρυβο και αρχίζεις να μιλάς με τη σιωπή σου. Δεν σωπαίνεις επειδή δεν έχεις να πεις κάτι. Σωπαίνεις επειδή έμαθες πότε δεν χρειάζεται πια να μιλάς. Οι περισσότεροι έχουμε νιώσει αυτό το αίσθημα, το κενό και την κούραση που το συνοδεύει, όταν κάνεις τις ίδιες συζητήσεις με τους ίδιους ανθρώπους αμέτρητες φορές. Όταν κάθε κουβέντα μοιάζει με επανάληψη ενός έργου που έχεις ήδη δει, ξέρεις το τέλος, αλλά ελπίζεις, κάπου μέσα σου, ότι αυτή τη φορά ίσως αλλάξει κάτι.

Δεν περιορίζεται μόνο στις ερωτικές σχέσεις, αν και εκεί η σιωπή βαραίνει αλλιώς. Όταν έρχεται, ξέρεις πως τα πράγματα έχουν πάρει την κάτω βόλτα. Δεν έρχεται απότομα· έρχεται ύπουλα, σαν μια παύση που μεγαλώνει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Και καταλαβαίνεις πως για να επιστρέψει στις καλές της εποχές θα χρειαστεί πολλή δουλειά, πολλή ειλικρίνεια… αν αυτό είναι ακόμη δυνατό.

Όταν εξηγείς κάθε μέρα τα ίδια πράγματα, την ανάγκη σου να σου φερθεί ο άλλος όπως του φέρεσαι εσύ, να σεβαστεί τον χώρο και τον χρόνο σου, όπως σέβεσαι εσύ τον δικό του. Ζήλιες που αναλύονται με επιχειρήματα: «έκανες αυτό, αυτό και αυτό και με έκανες να νιώσω έτσι, έτσι και έτσι». Ερωτήσεις που μοιάζουν ανοιχτές αλλά μένουν μετέωρες στον αέρα: «γιατί το κάνεις αυτό; θέλεις να το συζητήσουμε;».

Κι απέναντι, φράσεις που κλείνουν τον διάλογο πριν καν αρχίσει: «αντιδράς υπερβολικά», «δεν είναι τα πράγματα όπως τα λες», ή το καλύτερο όλων των εποχών: «πάλι τα ίδια θα λέμε;». Κάπου εκεί, μετά από αρκετές προσπάθειες να υπερασπιστείς τα συναισθήματά σου και να κρατήσεις ό,τι μπορεί να σωθεί πριν την τελική φθορά, έρχεται η συνειδητοποίηση. Και κρατά από το χέρι τη σιωπή. Όχι σαν τιμωρία, αλλά σαν ανακούφιση.

Η επανάληψη κουράζει βαθύτερα απ’ όσο φαίνεται. Δεν είναι η διαφωνία που εξαντλεί, αλλά η ανάγκη να αποδεικνύεις ξανά και ξανά την αξία σου, τις προθέσεις σου, την αλήθεια σου. Κάποια στιγμή νιώθεις ότι μιλάς, αλλά δεν ακούγεσαι. Και τότε σταματάς. Φυσικά, δεν είναι μόνο οι ερωτικές σχέσεις..

Πάμε μια βόλτα και στις φιλικές.

Πόσες φορές εξήγησες σε φίλο σου ότι κάτι δεν είναι σωστό; Ότι αυτός που θέλει με το ζόρι να φέρει κάποιον στην παρέα δεν είναι για σένα; Ότι αρχίζει συνειδητά να σε πληγώνει, γιατί απλώς δεν θέλει πια να ακούσει; Με επιχειρήματα που απογυμνώνουν το ψέμα και τη θολούρα κάθε προσωπείου. Κι όμως, όσο κι αν μιλάς, νιώθεις ότι μιλάς σε έναν τοίχο που απλώς αλλάζει μορφή.

Με τον χρόνο καταλαβαίνεις πως δεν μιλάς πάντα σε ανθρώπους που θέλουν να ακούσουν, αλλά σε ανθρώπους που θέλουν να αμυνθούν, να δικαιολογηθούν ή το πιο ψυχοφθόρο απ΄όλα να αποφύγουν την ευθύνη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα λόγια δεν χτίζουν γέφυρες· σπάνε πάνω σε τοίχους. Η σιωπή δεν είναι παραίτηση από τον διάλογο, αλλά αναγνώριση των ορίων του. Είναι η στιγμή που επιλέγεις να μη διαλύεσαι προσπαθώντας να σώσεις κάτι που δεν θέλει να σωθεί.

Και μια τελευταία βόλτα στις συζητήσεις με τους γονείς.

Όσο μεγαλώνεις, εσωτερικά και εξωτερικά, μειώνεται η ανάγκη να αποδείξεις ποιος είσαι ή ποιος δεν είσαι, τι θέλεις να κάνεις και όχι τι θέλουν οι άλλοι να κάνεις. Αμέτρητες συζητήσεις με εξωφρενικά δυνατά ντεσιμπέλ, τόσο δυνατά που η φλέβα στο κούτελο κάνει την εμφάνισή της και στέκεται εκεί, μάρτυρας σε όλο το παραλήρημα. Συζητήσεις με κλάματα, με αγκαλιές που νόμιζες πως έφεραν κατανόηση, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι κάθε άλλο παρά αυτό έγινε.

Κάποια στιγμή αναγνωρίζεις τι σε ορίζει και αυτό αρκεί. Δεν χρειάζεται πια να φωνάξεις για να υπάρξεις. Η σιωπή τότε δεν είναι κενό, αλλά σταθερότητα. Είναι το σημείο όπου η αυτογνωσία παίρνει τον ρόλο της εξήγησης και η απουσία σου μιλά πιο καθαρά από κάθε λέξη.

Η σιωπή λοιπόν δεν έρχεται από θυμό ούτε από πείσμα. Είναι μία σωτήρια παραίτηση. Ένα όριο αξιοπρέπειας. Έρχεται όταν καταλαβαίνεις ότι έχεις πει όσα χρειαζόταν να ειπωθούν και πως, από εδώ και πέρα, κάθε λέξη θα είναι απλώς επανάληψη. Δεν είναι ότι δεν σε νοιάζει πια· είναι ότι έμαθες να μη χαρίζεις τη φωνή σου σε αυτιά που δεν είναι ανοιχτά. Δεν σωπαίνεις για να κερδίσεις. Σωπαίνεις γιατί δεν έχεις πια κάτι να αποδείξεις. Γιατί ό,τι μπορούσε να ειπωθεί ειπώθηκε και ό,τι δεν ακούστηκε, δεν ήταν θέμα λέξεων.

Αυτή είναι λοιπόν η σιωπή που κάνει τον μεγαλύτερο θόρυβο  και μιλάει πιο δυνατά από όσες φορές προσπάθησες να εξηγήσεις. Μια σιωπή που αφήνει σημάδια, που ζυγίζει κάθε κουβέντα, κάθε προσπάθεια, κάθε απογοήτευση. Και καλό είναι να μην την βιώνουμε συχνά…

Συντάκτης: Δήμητρα Μάστορα
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη