Μία μέρα μέσα στον οίκο του νου ο φόβος αντίκρισε την ελευθερία. Στάθηκαν απέναντι και κοιτάχτηκαν κατάματα.
Φόβος: Τι κάνεις εδώ; Δεν ξέρεις τι θα βρεις παρακάτω. Φύγε!
Ελευθερία: Δε φεύγω! Δε χρειάζεται να ξέρω πολλά, για να προχωρήσω. Θέλω απλά να κάνω ένα βήμα προς τα εκεί που επιθυμώ.
Φόβος: Όχι, ξέχνα το. Αν δεν πετύχει; Αν στεναχωρηθείς; Αν απογοητευτείς;
Ελευθερία: Θα προσπαθήσω. Θα το ρισκάρω. Νιώθω περιορισμό.
Φόβος: Δεν είναι ασφαλής ο δρόμος. Καλύτερα να μείνεις σε γνώριμα νερά.
Ελευθερία: Το όνομά μου δεν υποστηρίζει τα όριά σου.
Φόβος: Κι αν χαθείς;
Ελευθερία: Έχω στη φαρέτρα μου αυτογνωσία, θάρρος και ικανότητες.
Φόβος: Νιώθω τρόμο. Με αγχώνει το άγνωστο.
Ελευθερία: Δεν είσαι όσο δυνατός νομίζεις.
Φόβος: Θα υπερισχύω, γιατί νιώθω ότι δεν έχω άλλη επιλογή.
Ελευθερία: Δε θέλω να περπατήσεις μαζί μου. Εγώ κάνω κουμάντο εδώ.
Φόβος: Με πολλή σιγουριά δεν ήρθες; Το τιμόνι είναι δικό μου.
Ελευθερία: Θέλω να γευτώ τη ζωή ολόκληρη. Εσύ την τεμαχίζεις.
Φόβος: Αποφεύγω τα βάρη και τις δύσκολες αποφάσεις. Νιώθω απειλή.
Ελευθερία: Δε ζούμε στο μέλλον αλλά στο παρόν για να έχουμε ένα όμορφο μέλλον.
Φόβος: Είμαι πολύπλοκος μηχανισμός. Μπορώ να κατακλύσω σώμα και νου.
Ελευθερία: Εγώ μπορώ να τ’απελευθερώσω όμως.
Φόβος: Αρχίζω να νιώθω αποδυναμωμένος. Τι γίνεται;
Ελευθερία: Σπάω τα δεσμά σου. Σε κερδίζω. Με κερδίζω.
