Σε έψαξα μέσα στις στοές
και τις κατακόμβες.

Άναβα τους πυρσούς.
Ήθελα να αιφνιδιάσω τη σκιά σου,
ακινητοποιώντας το σώμα σου.

Ένιωσα τον φόβο που
διαπέρασε την ψυχή σου.
Ένιωσα την ανάσα σου,
τρεμάμενη,
να χάνεται στον λαβύρινθο
της αρχαιότητας.

Τον βρυχηθμό του Μινώταυρου
και τα ουρλιαχτά της Εκάτης
να παραλύουν το μυαλό σου.

Είδα τον ιδρώτα να κυλά
στη φλέβα του λαιμού σου
και τους χτύπους της καρδιάς σου
να πάλλονται μέσα της.

Έκαιγες…

Άναρχα λόγια συλλάβιζαν τα χείλη σου
κι η ταραχή
τίναζε τους νευρώνες του κορμιού σου.

Ξύπνησες στα χέρια μου
με τα μάτια ορθάνοιχτα.
Μύριζες θάνατο.

«Εδώ είμαι», σου φώναξα…

Κρατώντας το νήμα της ζωής σου,
που λίγο πριν
είχε ο Άδης στα χέρια του.

Τα μαύρα νερά του Αχέροντα
δεν είναι πικρά τώρα.

Στον ερχομό σου
νίκησες την εξουσία του θανάτου.

Απέναντι ο Ερμής
στέκει
να με κοιτά βλοσυρά.

Δώρο Θεών.

Η τέχνη του πολέμου στον Έρωτα.

Ή το βέλος μπαίνει βαθιά και μένει
ή το βέλος σπάει και φεύγει.

Μείναμε εδώ.
Ούτε η συντριβή μας άγγιξε
ούτε ο φθόνος των Θεών.

Όλα απέναντί μας.

Συντάκτης: Γεώργιος Σιλιβάκος