Χωρίς να μπορώ να εξηγήσω τον κόσμο,
κινούμενος βυθίστηκα μέσα σου.
Κι ήταν όλα μια συντριβή.
Κι ήταν όλα ένα τέχνασμα.
Κι εγώ ο προπέτης έτρεχα
στην αγκαλιά σου..
Κρατούσα λουλούδια στα χέρια μου.
Κι εγώ ο αφελής
τα έχανα στους δρόμους,
καθώς έτρεχα,
καθώς έψαχνα να σε βρω.
Έκλεινα τα μάτια,
έπαιρνα βαθιές αναπνοές
να εντοπίσω τη μυρωδιά σου.
Ένα κάλεσμα για το πόσο κοντά είσαι.
Ένα κάλεσμα για το πόσο μακριά είσαι.
Ένας χτύπος καρδιάς
κι ένα άγγιγμα αέρινο,
δικό σου,
να μου χαϊδεύει το πρόσωπο.
Ένας χτύπος καρδιάς
κι ένα άγγιγμα αέρινο
να μαζεύει τα σκόρπια ροδοπέταλα
απ’ τα χαμένα λουλούδια σου
γύρω μου..
Μία σφαίρα κινούμενη στο σύμπαν.
Ήχοι υπόκωφοι
απ’ τον κάτω κόσμο.
Τον κόσμο που κατοικώ.
Τον μέσα κόσμο.
Στ’ αζήτητα χαμένος γυρίζω μέσα του.
Στα αζήτητα χαμένος.
Με εγκλώβισε η μυρωδιά σου.
Αναζητώντας σε
στο τίποτα…
στο απόλυτο κενό…
Στη βουλιμία με ίντριγκα κι έπαρση
των προσκυνημένων δούλων,
των χαμένων ψυχών
για τη μαύρη ανυπαρξία τους.
Επισκιάζω τη σκιά τους,
αρνούμενος να παραδοθεί
ο ρομαντισμός μέσα μου.
Ακέραιος κλείνω τα μάτια να σε μυρίσω.
Σε έναν αέρα καμμένο.
Σε έναν αέρα διεφθαρμένο.
Σε έναν αέρα μολυσμένο.
Ψάχνω την αναπνοή μου
απ’ την πνοή σου.