Μια φωνή τριβελίζει
το μυαλό μου.
Όταν γίνομαι κάτι απατηλό,
κάτι φευγαλέο.
Σαν κάτι να ξέρει από παλιά.
Ηρεμώ καθημερινές.
Ξεσηκώνομαι τα Σάββατα,
τις γιορτές,
όταν γελάω δυνατά με την καρδιά μου.
Κι ύστερα, ξανά δυναμώνει,
επιμένει.
Για μέρες.
Δε διατάζει, δεν απαιτεί.
Δεν είναι απειλή.
Απλά, μιλάει.
Παρατηρεί.
Τα πόδια, τα χέρια,
τα λόγια μου.
Μια φωνή.
Μια πηγή ενέργειας
και συντονισμού.
Κατοικεί μονίμως στο μυαλό μου.
Σαν δεύτερο σώμα,
σαν δεύτερη ψυχή.
Οικεία, μα αλλιώτικη.
Ζεστή, μα ελαφρύτερη.
Σαν το παιδί που ήμουν.
