Χτυπάς την πόρτα δυνατά.
Πονάς.
Όλος ο πόνος…
αυτό το μπαμ.
Να αφήσεις εκεί έξω
την απουσία,
την αδικία,
το κενό.
Λόγια, λόγια, λόγια.
Συμβουλή ξεκάθαρη;
Πρόθεση πραγματική;
Κι εσύ, χτυπάς ξανά την πόρτα.
Γιατί δε θέλεις να χτυπήσεις κάτι άλλο.
Νιώθεις μικρός,
μέσα σ’ ένα σώμα που αλλάζει,
που ζητάει να δοκιμάσει,
να ωριμάσει,
να αγγίξει.
Όρια;
Ποιος νοιάζεται για τα όρια.
Μάνα, πονάω, λες.
Φοβάμαι, ξαναλές.
Δε σε νοιάζει να σπάσει η πόρτα.
Σε νοιάζει που μένει απλά απ’ έξω.
Σε νοιάζει που δεν τολμά
εκείνη.
Tι;
Να πιάσει το πόμολο
να γίνουν οι πόνοι σας
ένα.
