Πριν μάθουμε να εκφραζόμαστε με captions, πριν μάθουμε να κρυβόμαστε πίσω από “seen” και να μετράμε την αξία μας σε likes, υπήρξε μια εποχή που ψάχναμε τον εαυτό μας αλλιώς. Πιο αργά. Πιο αθόρυβα. Πιο αληθινά.
Δεν είχαμε ακόμα τις σωστές λέξεις για να περιγράψουμε όσα νιώθαμε, μόνο εκείνο το βάρος στο στήθος όταν κάτι άλλαζε μέσα μας και δεν ξέραμε τι είναι. Δεν είχαμε οδηγούς, ούτε εύκολες απαντήσεις. Είχαμε όμως κάτι άλλο: μικρά, πολύχρωμα τεύχη που χωρούσαν μέσα τους όλα όσα δεν τολμούσαμε να πούμε δυνατά.
Υπήρχε μια εποχή που η αυτογνωσία ερχόταν διπλωμένη στη μέση. Με συρραπτικό. Με μυρωδιά χαρτιού και εκείνο το ανεπαίσθητο θρόισμα κάθε φορά που γύριζες σελίδα, σαν να άνοιγες ένα μικρό μυστικό. Δεν το λέγαμε τότε “safe space”. Δεν το είχαμε καν σαν έννοια. Κι όμως, το είχαμε ήδη βρει. Το «Κατερίνα» και το «Super Κατερίνα» δεν ήταν απλώς περιοδικά. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος μιλούσε στη γλώσσα μας, χωρίς να μας κουνάει το δάχτυλο. Σε μια ηλικία που όλα μέσα μας άλλαζαν χωρίς προειδοποίηση, εκείνες οι σελίδες έμοιαζαν να καταλαβαίνουν. Να προλαβαίνουν τις ερωτήσεις πριν καν τις διατυπώσουμε. Ήταν μια ηλικία που το σώμα άλλαζε πιο γρήγορα από τη σκέψη, που τα συναισθήματα έρχονταν σαν να τρως την μια σφαλίαρα μετά την άλλη, που ένα βλέμμα στο διάλειμμα μπορούσε να γίνει ολόκληρη ιστορία στο κεφάλι μας εκείνες οι σελίδες έμοιαζαν να μας ψιθυρίζουν: «Σε καταλαβαίνω».
Τα αγοράζαμε με ανυπομονησία, σχεδόν τελετουργικά. Θυμάσαι τη μυρωδιά; Εκείνο το καινούργιο, ανεξερεύνητο άρωμα του φρεσκοτυπωμένου περιοδικού. Τα ξεφυλλίζαμε γρήγορα στην αρχή, να δούμε εξώφυλλο, αφίσες, τίτλους και μετά γυρνούσαμε πίσω. Αργά. Σαν να θέλαμε να κρατήσει περισσότερο.
Τα τεστ που (ναι) παίρναμε στα σοβαρά!
«Πόσο ρομαντική είσαι;»
«Σε σκέφτεται;»
«Είσαι έτοιμη για σχέση;»
Κι εμείς, με στυλό στο χέρι, κυκλώναμε απαντήσεις σαν να δίναμε εξετάσεις. Δεν ήταν παιχνίδι. Ήταν μια προσπάθεια να καταλάβουμε ποια είμαστε. Να βάλουμε σε τάξη κάτι που μέσα μας έμοιαζε χαοτικό.
Μετρούσαμε γράμματα, διαβάζαμε αποτελέσματα και για λίγα λεπτά νιώθαμε ότι κάποιος μας εξήγησε. Ότι κάπου ανήκουμε. Ότι αυτό που νιώθουμε έχει όνομα. Κι αν σήμερα μοιάζει αφελές, τότε ήταν καθαρό. Ειλικρινές. Ήταν η πρώτη μας επαφή με την ιδέα ότι μπορούμε να ψάξουμε τον εαυτό μας. Δεν απλώς περιοδικό αλλά ένα μικρό σύμπαν.
Αφαιρούσαμε προσεκτικά τις αφίσες η κόβαμε ολόκληρες σελίδες με αγαπημένους καλλιτέχνες , αλλά πάντα κάπου θα γινόταν μια μικρή ζημιά. Δεν πείραζε. Τις κολλούσαμε στον τοίχο με σελοτέιπ που φαινόταν, στραβά, η και λίγο τσαλακωμένες, αλλά ήταν δικές μας. Ήταν ο κόσμος μας σε εικόνες. Τα πρόσωπα που κοιτούσαμε πριν κοιμηθούμε. Οι ιστορίες που φανταζόμασταν γύρω τους. Μια μικρή απόδραση από την καθημερινότητα, κολλημένη πάνω από το γραφείο. Δεν ήταν απλά crushes. Ήταν projection. Ήταν το πώς φανταζόμασταν τον έρωτα πριν τον ζήσουμε.
Υπήρχαν και εκείνες οι στήλες που δεν διαβάζαμε φωναχτά. Που τις ξεφυλλίζαμε λίγο πιο διακριτικά. Συμβουλές για σχέσεις, για σώμα, για πράγματα που δεν τολμούσαμε να ρωτήσουμε κανέναν. Και κάπως, μέσα από απλές λέξεις, κάποιος μας έδινε άδεια. Να νιώθουμε. Να απορούμε. Να μην τα ξέρουμε όλα. Ίσως εκεί να μπήκαν τα πρώτα θεμέλια της ενσυναίσθησης προς τον εαυτό μας. Όχι τέλεια, όχι ολοκληρωμένα αλλά αρκετά για να μην νιώθουμε μοναξιά, και αυτό απο μόνο του λέει κάτι.
Τότε δεν υπήρχε scroll. Υπήρχε αναμονή. Δεν υπήρχαν notifications. Υπήρχε προσμονή. Δεν υπήρχε “seen”. Υπήρχε φαντασία. Δεν συγκρίναμε τη ζωή μας σε πραγματικό χρόνο με των άλλων. Συγκρίναμε τα συναισθήματά μας με λέξεις. Και αυτό, με έναν περίεργο τρόπο, ήταν πιο ανθρώπινο. Γιατί δεν μας έδιναν απαντήσεις έτοιμες. Μας έδιναν χώρο να τις ψάξουμε. Και κάπως… μας κράτησαν. Δεν ήταν τέλεια. Είχαν υπερβολές, στερεότυπα, ρομαντικοποιήσεις. Αλλά είχαν και κάτι που σήμερα σπανίζει: πρόθεση να σε πλησιάσουν. Και ίσως τελικά αυτό να έκανε τη διαφορά. Ότι σε μια ηλικία που ένιωθες λίγο χαμένη, λίγο «πολλά», λίγο «δεν ξέρω τι μου γίνεται» — υπήρχε κάτι που σου έλεγε: «Δεν είσαι μόνη σε αυτό.»
Και ίσως τελικά, αυτό που ψάχναμε τότε δεν ήταν απλώς απαντήσεις. Ήταν επιβεβαίωση. Ότι όσα νιώθουμε έχουν θέση. Ότι οι σκέψεις που δεν τολμάμε να πούμε δυνατά δεν είναι «υπερβολικές». Είναι κομμάτι μας. Γιατί κάθε φορά που διαβάζαμε μια ιστορία και λέγαμε «είμαι εγώ αυτό», κάθε φορά που ένα αποτέλεσμα τεστ μας έκανε να χαμογελάσουμε ή να σκεφτούμε λίγο πιο βαθιά, κάναμε κάτι πολύ πιο σημαντικό απ’ όσο νομίζαμε.
Κι αν σήμερα έχουμε άλλους τρόπους να ψαχνόμαστε πιο γρήγορους, πιο εξελιγμένους — εκείνα τα περιοδικά είχαν κάτι πιο ήσυχο. Πιο απαλό. Σε μάθαιναν να κάθεσαι με τις σκέψεις σου. Να τις διαβάζεις. Να τις νιώθεις. Και ίσως, χωρίς να το καταλάβουμε τότε, να ήταν η πρώτη φορά που ξεκινήσαμε να γινόμαστε αυτό που είμαστε.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
