Υπάρχει ένα είδος μοναξιάς που δεν κάνει θόρυβο. Δεν κλείνει πόρτες, δεν φεύγει θυμωμένη, δεν δηλώνει απουσία. Κάθεται. Περιμένει. Και φωτίζεται από νέον. Στον Nighthawks του Edward Hopper, κανείς δεν είναι μόνος. Κι όμως, τίποτα δεν μοιάζει λιγότερο συνδεδεμένο. Τέσσερις άνθρωποι σε έναν χώρο που θυμίζει καταφύγιο από τη νύχτα και ταυτόχρονα προέκτασή της. Τα βλέμματα δεν συναντιούνται. Τα σώματα συνυπάρχουν χωρίς να αγγίζονται ουσιαστικά. Η πόλη απ’ έξω σιωπά, σαν να έχει αποφασίσει να μην αναμειχθεί. Δεν είναι ένας πίνακας για την απομόνωση. Είναι ένας πίνακας για τη συνύπαρξη χωρίς επαφή.
Το γυαλί του diner δεν είναι απλώς τζάμι. Είναι όριο. Διαχωρίζει το μέσα από το έξω, αλλά και τον έναν άνθρωπο από τον άλλον. Όλοι φαίνονται ορατοί αλλά κανείς πραγματικά προσβάσιμος. Σαν να υπάρχει μια άρρητη συμφωνία: βλέπουμε, αλλά δεν μπαίνουμε. Κρατάμε αποστάσεις. Ο Hopper το ζωγράφισε το 1942. Σε μια εποχή πολέμου, ανασφάλειας, παγκόσμιας κόπωσης. Κι όμως, αν αφαιρέσεις τα ρούχα, αν αλλάξεις τον φωτισμό, αν αντικαταστήσεις τον πάγκο με μια οθόνη, αυτός ο πίνακας θα μπορούσε να είναι σήμερα. Ίσως είναι. Σήμερα, οι πόλεις είναι γεμάτες ανθρώπους που κινούνται συγχρονισμένα αλλά όχι μαζί. Καθόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον, μοιραζόμαστε τραπέζια, σπίτια, κρεβάτια και συχνά δεν συναντιόμαστε ποτέ πραγματικά. Οι σχέσεις έγιναν πιο άμεσες, πιο γρήγορες, πιο διαθέσιμες. Και κάπου εκεί, λιγότερο ουσιαστικές. Δεν λείπει η παρουσία. Λείπει η σύνδεση.

Ο Nighthawks δεν εξηγεί τίποτα. Δεν σου κλείνει το μάτι. Απλώς σε αφήνει να σταθείς απέναντί του και να νιώσεις αυτή τη γνώριμη αμηχανία: εκείνη τη στιγμή που είσαι με ανθρώπους, αλλά δεν ξέρεις αν ανήκεις. Ίσως γιατί όλοι στον πίνακα μοιάζουν να κρατούν κάτι μέσα τους. Μια σκέψη που δεν ειπώθηκε. Μια λέξη που δεν βρήκε χώρο. Μια ανάγκη που έμεινε πίσω από το γυαλί. Και κάπως έτσι, η σιωπή γίνεται κοινός τόπος, όχι επειδή δεν υπάρχει τι να ειπωθεί, αλλά επειδή κανείς δεν ξέρει από πού να ξεκινήσει.
Δεν είναι τυχαίο που δεν υπάρχει πόρτα στο diner. Ή τουλάχιστον, δεν φαίνεται. Σαν να μην προβλέπεται είσοδος ή έξοδος. Μόνο παραμονή. Και ίσως αυτό είναι το πιο σύγχρονο στοιχείο του πίνακα: η αίσθηση ότι μένουμε. Σε σχέσεις που δεν μας ακουμπούν. Σε ρόλους που δεν μας χωράνε. Σε πόλεις που δεν μας βλέπουν. Όχι γιατί δεν μπορούμε να φύγουμε, αλλά γιατί συνηθίσαμε τη συνθήκη. Τη φωτισμένη μοναξιά. Την ασφάλεια του να μη ρισκάρεις επαφή.
Όταν σταθείς για λίγο μπροστά του, θα παραδεχτείς, ήσυχα, και χωρίς υπερανάλυση: κάπου εδώ έχω υπάρξει κι εγώ. Σε ένα βράδυ που δεν ήθελε να τελειώσει. Σε μια κουβέντα που έμεινε στην αρχή της. Σε μια σχέση με παρουσία, αλλά χωρίς ουσία. Κι ίσως, αν αυτός ο πίνακας αντέχει ακόμα, δεν είναι γιατί μιλά για τη μοναξιά.
Αλλά γιατί μιλά για εκείνη τη λεπτή, σχεδόν αόρατη απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους. Την απόσταση που δεν μετριέται σε μέτρα, αλλά σε βλέμματα που δεν συναντήθηκαν ποτέ, σε λέξεις που έμειναν στον λαιμό, σε σιωπές που φόρεσαν τον ρόλο της συνήθειας, σε αγγίγματα που αναβλήθηκαν μέχρι να χαθούν. Σε εκείνες τις στιγμές όπου όλα ήταν παρόντα, εκτός από την αλήθεια. Κι ίσως γι’ αυτό επιστρέφουμε ξανά και ξανά μπροστά του: όχι για να δούμε καλύτερα τον πίνακα, αλλά για να κοιτάξουμε λίγο πιο καθαρά εμάς.
Κι εκεί, ακριβώς εκεί, μέσα στο κάδρο, χωρίς να ξεχωρίζει καθαρά το πρόσωπό σου, υπάρχει μια θέση φωτισμένη όσο χρειάζεται για να σε προδώσει. Μια θέση για όσους έμειναν σε χώρους γεμάτους και ένιωσαν το άδειο να περνά από μέσα τους. Δεν χρειάζεται να καθίσεις, απλά να θυμηθείς πότε έμεινες απέναντι από ανθρώπους και δεν διαπεράσατε ποτέ το γυαλί. Όχι για να επιστρέψεις. Αλλά για να αναγνωρίσεις τι σου έλειψε και να αποφασίσεις αν θα το αφήσεις ξανά απ’ έξω.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
