Υπάρχουν στιγμές που δεν θες να καταλάβεις τίποτα. Θες απλώς να ακουμπήσεις κάπου. Σε μια φράση, σε έναν ήχο, σε μια σκέψη. Να νιώσεις ότι ό,τι κι αν προηγήθηκε, δεν είναι το τέλος της ιστορίας σου. Κι ότι κάπου μέσα σου υπάρχει ακόμη χώρος για κάτι καινούργιο.

Με τον καιρό φοράμε τις εμπειρίες μας σαν δεύτερο δέρμα, άλλες φορές τις αφήνουμε να μας προστατεύουν, άλλες να μας περιορίζουν. Ζούμε σε έναν κόσμο που λατρεύει τις ετικέτες: «αυτός που πέρασε αυτό», «εκείνη που άντεξε εκείνο». Κι όμως, κάπου ανάμεσα στα γεγονότα και στις αποφάσεις, υπάρχει ένα λεπτό αλλά καθοριστικό κενό: η επιλογή. Εκεί ακριβώς πατά το I’m Not What Happened To Me των Good Vibes Tribe 11:11 — όχι σαν soundtrack εποχής, αλλά σαν δήλωση ταυτότητας. Και πίστεψέ με, θα ταυτιστείς όσο δεν πάει. Αν δεν το έχεις ακούσει, κάν’ το χθες.

Δεν είναι τραγούδι που μπορείς να ακούσεις παθητικά. Σε τραβά από το μανίκι. Σου ουρλιάζει ότι το παρελθόν δεν έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω σου. Ότι δεν είσαι το σύνολο των πληγών σου, αλλά το αποτέλεσμα των επιλογών σου. Και αυτή η διατύπωση —τόσο απλή και τόσο ανατρεπτική— λειτουργεί σαν προσωπικό μάντρα: επαναλαμβανόμενο, γειωτικό, απελευθερωτικό.

Η μουσική έχει έναν παράξενο τρόπο να μας βρίσκει πριν προλάβουμε να αμυνθούμε. Μπαίνει από τα ακουστικά και καταλήγει κατευθείαν στο σώμα. Μας χαλαρώνει, μας αναστατώνει, μας γυρίζει σε μέρη που δεν θυμόμασταν ότι υπάρχουν. Μπορεί να μας κάνει να κλάψουμε χωρίς λόγο ή να νιώσουμε δυνατοί χωρίς εξήγηση. Και κάπου εκεί, χωρίς ανάλυση και χωρίς άμυνες, μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνο σκέψη — είμαστε συναίσθημα, μνήμη, παλμός.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η αυτοβελτίωση συχνά σερβίρεται σαν γρήγορη συνταγή. Κάνε αυτό, σκέψου αλλιώς, λες και μαγικά θα αλλάξουν όλα. Το τραγούδι δεν ωραιοποιεί τον πόνο ούτε τον παρακάμπτει. Τον αναγνωρίζει — και μετά τον μεταφράζει. Τον κάνει γλώσσα βούλησης. Εκεί βρίσκεται η ουσία του: δεν σου λέει «ξέχνα τι έγινε», σου λέει «μην το αφήσεις να σε ορίσει».

Οι στίχοι λειτουργούν σαν εσωτερικός διάλογος που, επιτέλους, γίνεται καθαρός. Δεν μιλούν για άρνηση, αλλά για επανατοποθέτηση. Για το πώς παίρνεις πίσω το τιμόνι χωρίς να διαγράψεις τη διαδρομή. Για το πώς το τραύμα παύει να είναι τίτλος και γίνεται υποσημείωση. Κι αυτή η μετατόπιση —από την ταύτιση στην επιλογή— είναι βαθιά προσωπική, βαθιά σύγχρονη.

Η μουσική έχει πάντα αυτό το προνόμιο: λέει όσα δυσκολευόμαστε να αρθρώσουμε. Σε στιγμές που οι λέξεις μας λιγοστεύουν, ένα ρεφρέν μπορεί να γίνει άγκυρα. Όχι για να κρατηθούμε στο παρελθόν, αλλά για να σταθούμε στο παρόν.

Και ίσως αυτό είναι που το κάνει να ξεχωρίζει. Δεν απευθύνεται μόνο σε όσους «πέρασαν δύσκολα». Απευθύνεται σε όλους όσοι έχουν κουραστεί να εξηγούνται μέσα από τα γεγονότα τους. Σε όσους θέλουν να ξαναγράψουν το αφήγημα χωρίς να προδώσουν την αλήθεια τους. Σε εκείνους που καταλαβαίνουν ότι η ταυτότητα δεν είναι στατική, αλλά μια συνεχής, καθημερινή πράξη.

Σε έναν πολιτισμό που συχνά μας ενθαρρύνει να κατοικούμε στο «τι μου έκαναν», το τραγούδι μετατοπίζει το βλέμμα στο «τι επιλέγω τώρα». Και αυτή η μετατόπιση είναι δύναμη. Όχι κραυγαλέα, όχι επιθετική — αλλά ήσυχη, σταθερή, ανθεκτική. Είναι η δύναμη του να λες «εδώ είμαι» χωρίς να χρειάζεται να απολογηθείς για το πριν.

Η επανεκκίνηση που προτείνει δεν έχει χρονόμετρο. Δεν συμβαίνει σε ένα βράδυ, ούτε με ένα play. Συμβαίνει κάθε φορά που θυμάσαι πως δεν είσαι το αποτέλεσμα ενός τραύματος, αλλά η συνέχεια μιας επιλογής. Κάθε φορά που διαλέγεις να απαντήσεις διαφορετικά. Να σταθείς αλλιώς. Να μην αφήσεις την ιστορία σου να σε κλείσει, αλλά να σε ανοίξει.

Ίσως τελικά αυτό να κάνει η μουσική όταν είναι αληθινή: δεν μας αλλάζει — μας επιστρέφει. Μας φέρνει πίσω σε εκείνο το σημείο όπου μπορούμε να πούμε, χωρίς φόβο, ότι δεν είμαστε όσα μας συνέβησαν. Είμαστε όσα επιλέγουμε να γίνουμε.
Και αυτό, από μόνο του, είναι μια πράξη ελευθερίας.

Αυτή την φορά δεν ήθελα να κλείσω το κείμενο με συμπέρασμα όπως συνήθως ,η έρωτηση, επέλεξα κάτι σαν στίχο η ποίημα σκέψη όπως και να έχει.

Δεν είμαι οι μέρες που με φώναξαν λιγότερη,
ούτε τα βράδια που έμαθα να σωπαίνω για να χωρέσω.
Είμαι η στιγμή που είπα «φτάνει»
χωρίς να χρειαστεί να υψώσω φωνή.

Ό,τι μου συνέβη
δεν με κράτησε.
Με έσπρωξε πιο μέσα μου.

Κι εκεί,
βρήκα κάτι που δεν είχε τραυματιστεί ποτέ:
τη δυνατότητα να διαλέγω.

Δεν κουβαλάω πια το παρελθόν σαν ταυτότητα.
Το αφήνω πίσω σαν σκιά στο χώμα.
Γιατί δεν είμαι αυτό που έζησα —
είμαι αυτό που σηκώθηκε μετά.

Κι αν με ρωτήσεις ποια είμαι,
θα σου πω ήσυχα:
είμαι αυτή που συνεχίζει
χωρίς να ανήκει πια στον πόνο της.

Συντάκτης: Ηρώ Γ.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη