Ήρθε η ώρα για μία από αυτές τις ιστορίες. Ξέρεις τώρα· από εκείνες τις ιστορίες “βάλε κρασί να στις πω”. Κάθισε αναπαυτικά. Θα σου μιλήσω για έναν δικηγόρο του 19ου αιώνα, έναν άνθρωπο που έκανε την απόδειξη προσωπική υπόθεση, με κόστος που δεν υπολόγισε και το πλήρωσε ακριβά.

Ήταν νύχτα του 1871 στο Οχάιο. Το είδος του αργού, υγρού σκοταδιού που σε κάνει να νιώθεις κάθε λεπτό να μετράει περισσότερο από το προηγούμενο. Ο Clement Laird Vallandigham, ένας δικηγόρος με βαθιά ρίζες στην πολιτική και ισχυρές απόψεις για τον κόσμο, βρισκόταν στο αποκορύφωμα μιας υπόθεσης που είχε τη μυρωδιά του αίματος και των σκιών.

Πριν από χρόνια, είχε παλέψει με τη χώρα του, είχε καταδικαστεί, είχε εξοριστεί για τις αντιπολεμικές του απόψεις, αλλά ποτέ δεν εγκατέλειψε την πίστη του στη λογική, στη δικαιοσύνη, στο να αποδείξει αυτό που πίστευε σωστό. Και τώρα, στα πενήντα του, είχε μπροστά του μια δίκη, όχι μια απλή υπόθεση στους διαδρόμους της δικαιοσύνης, αλλά μια δοκιμασία που αγγίζει τα όρια της λογικής: να αποδείξει ότι ένας άντρας δεν ήταν δολ0φόνος, αλλά θύμα της ίδιας του της κίνησης.

Ο Thomas McGehean ήταν κατηγορούμενος για έναν φόν0 που, σύμφωνα με την εκδοχή των μαρτύρων, συνέβη σε ένα σαλούν στο Hamilton. Ο Tom Myers, ο νeκρός, φέρεται να τραβούσε την πιστόλα του όταν ακούστηκε ένας πυροβ0λισμός. Εκείνη τη νύχτα, οι μάρτυρες δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν. Ήταν άμυνα; Ήταν ατύχημα; Ήταν δολoφονiα;

Ο Vallandigham είχε μια ιδέα. Μια τρελή, πρακτική, αποδεικτική ιδέα: γιατί να μην δείξει στους συναδέλφους του πώς ακριβώς μπορεί ένας άντρας να αυτοπυροβοληθεί κάνοντας αυτό που έκανε ο Myers; Αν μπορούσε να αποδείξει ότι ένα τέτοιο ατύχημα ήταν λογικά πιθανό, τότε η αθώωση θα ήταν, τουλάχιστον, υπερασπίσιμη.

Κάποιοι του είπαν να είσαι προσεκτικός. Κάποιοι τον κοίταξαν όπως κοιτάς κάτι όμορφο αλλά επικίνδυνο. Και όμως, ο Vallandigham είχε εμπιστοσύνη. Αυτή την εμπιστοσύνη που μόνο οι άνθρωποι της πάθησης μπορούν να έχουν, εκείνη τη στιγμή που θεωρείς πως η λογική σου θα σε σώσει από κάθε απειλή, ακόμα κι από τον εαυτό σου. Εκείνο το βράδυ, σε μια αίθουσα ξενοδοχείου στο Lebanon House, στήθηκαν δύο πιστόλια πάνω σε ένα τραπέζι: το ένα χρησιμοποιημένο, το άλλο θεωρητικά άδειο. Ο Vallandigham τα είχε εξετάσει και είχε βεβαιωθεί πως του έδιναν τη δυνατότητα να δείξει πώς θα μπορούσε ένας άντρας να πυροβοληθεί κατά λάθος.

Εάν μπορούσες να είσαι εκεί, θα έβλεπες έναν άντρα που μιλάει με ήρεμο αλλά σταθερό τόνο, εξηγώντας σε έναν συνάδελφο την ακριβή κίνηση που, σύμφωνα με τη θεωρία του, οδήγησε στο θάνατο. Κάνοντας τη χειρονομία, πήρε το πιστόλι που νόμιζε άδειο, το έβαλε στην τσέπη του, και άρχισε να εξηγεί πώς ο Myers είχε τραβήξει έτσι το όπλ0 του.

Ο χώρος είχε ησυχάσει, Ο Vallandigham μιλούσε ακόμη, αλλά πιο αργά τώρα, σαν να μετρούσε κάθε λέξη. Το πισtόλι στο χέρι του έμοιαζε απλό, σχεδόν ακίνδυνο. Έκανε μια παύση, μικρή, ανεπαίσθητη, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί για τελευταία φορά πως όλα ήταν υπό έλεγχο.

Κανείς δεν τον σταμάτησε.
Κανείς δεν είπε «περίμενε».

Έβαλε το όπλ0 στην τσέπη του σακακιού του, έσκυψε ελαφρά το σώμα του και άρχισε να δείχνει την κίνηση. Την ίδια κίνηση. Την κίνηση που, σύμφωνα με τη θεωρία του, είχε σκ0τώσει έναν άνθρωπο. Για μια στιγμή, όλα έμοιαζαν σωστά. Τρομακτικά σωστά. Μόλις γύρισε, με την κάννη στραμμένη προς το σώμα του, πάτησε τη σκανδάλη.

Ο ήχος δεν ήταν απλώς ένας πυροβ0λισμός, ήταν σαν μια ρωγμή στην ίδια την αφήγηση του γεγονότος που προσπαθούσε να αποδείξει. Ο Vallandigham κρατήθηκε στην αγκαλιά των συναδέλφων του για λίγα λεπτά που φάνηκαν αιώνες, αλλά η βολίδα είχε ήδη κάνει τη δουλειά της. Γύρω του υπήρχαν άνθρωποι που δεν μπορούσαν να καταλάβουν αν ήταν η πιο τραγική ειρωνεία ή μια απλή σύμπτωση της ανθρώπινης κατάστασης. Οι γιατροί προσπαθούσαν μάταια να σταματήσουν το αίμα. Οι λέξεις “αθώος” και “ένοχος” αντηχούσαν στα αυτιά τους με διαφορετικό βάρος. Τελικά ο ίδιος ο Vallandigham θα πέθαινε από τα τραύματά του περίπου δώδεκα ώρες αργότερα.

Κι όμως, παρά το τραγικό τέλος, η υπόθεσή του έγινε ο λόγος για την αθώωση του McGehean, του άντρα που πίστεψε ότι θα μπορούσε να είχε σκ0τώσει άλλον άνθρωπο. Η λογική που κάποτε τον οδήγησε στην αυτοκαταστροφή του έγινε το επιχείρημα που έσωσε μια ζωή.

Σήμερα, όταν διαβάζεις αυτή την ιστορία με το φως της νύχτας να απλώνεται στον χώρο σου, δεν είναι μόνο τα γεγονότα που μένουν: είναι η ανθρώπινη ειρωνεία της πίστης μας στη λογική, ακόμα και όταν αυτή στρέφεται εναντίον μας. Και κάτι για το κλείσιμο, τροφή για σκέψη.

Όλα καταγράφηκαν ως ατύχημα. Έτσι γράφτηκε. Έτσι έμεινε. Κι όμως, όταν ένας άνθρωπος που είχε ήδη πληρώσει τις ιδέες του με εξορία και φίμωση, πeθαίνει την ώρα που αποδεικνύει πως είχε δίκιο, η σκέψη γλιστράει μόνη της:
ήταν απλώς λάθος; Ή μήπως, κάποιες αλήθειες δεν αντέχουν να ειπωθούν μέχρι τέλους;

Αυτός ήταν ο Clement Vallandigham. Ένας δικηγόρος που πλήρωσε με την ζωή του την ανάγκη να έχει δίκιο.

Συντάκτης: Ηρώ Γ.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη