Αυτή τη φορά, θα ήθελα να σας μιλήσω για κάτι που έχει πει ο Alan Watts, κάτι που, αν το αφήσεις λίγο μέσα σου, μπορεί να μετακινήσει ολόκληρο τον τρόπο που ακούς τον εαυτό σου. Όχι, δεν θα μιλήσουμε για σιωπή. Θα μιλήσουμε για τη φωνή. Για εκείνη τη φωνή, ξέρεις που σχολιάζει τα πάντα. Που θυμάται τι είπες χθες και το αναλύει ξανά και ξανά . Που προετοιμάζει τι θα πεις αύριο. Που σε κρίνει, σε διορθώνει, σε προειδοποιεί, σε αγχώνει, σε συγκρίνει. Που μιλάει ακόμα κι όταν όλα γύρω σου είναι ήσυχα. Σπαζοκεφαλίες κάνεις, σαμποτάρεις τον εαυτό σου. Και το ερώτημα δεν είναι πώς θα τη σταματήσεις. Το ερώτημα είναι: γιατί έχεις πιστέψει ότι είσαι αυτή η φωνή.
Ο Watts έλεγε πως το μυαλό μας μιλάει αδιάκοπα, όχι επειδή κάτι πάει στραβά, αλλά επειδή αυτό κάνει. Παράγει σκέψη όπως η καρδιά παράγει παλμό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν μπερδεύουμε τον ήχο με την ταυτότητα. Όταν νομίζουμε ότι η αφήγηση που τρέχει μέσα μας είναι το ίδιο το “εγώ”. Από μικροί μάθαμε να ταυτιζόμαστε με τη σκέψη μας. «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω». Μα ποτέ δεν μας είπαν ότι μπορούμε και να παρατηρούμε αυτό που σκεφτόμαστε. Κι εδώ γίνεται η λεπτή μετατόπιση.
Η εσωτερική φλυαρία δεν είναι εχθρός. Δεν είναι δυσλειτουργία. Είναι μηχανισμός. Ένας τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλος οργανώνει την εμπειρία, δομεί ιστορίες, προσπαθεί να βρει συνέχεια μέσα στο χάος. Δημιουργεί ένα αφήγημα για να μπορείς να λες «αυτός είμαι». Μόνο που… δεν είσαι το αφήγημα. Είσαι εκείνος που το ακούει. Σκέψου το για λίγο. Υπάρχει η φωνή που λέει «δεν τα κατάφερες». Και υπάρχει κι ένα σημείο μέσα σου που ακούει αυτή τη φράση. Που τη διαπιστώνει. Που ίσως διαφωνεί. Που ίσως κουράζεται από αυτήν. Αυτό το σημείο δεν μιλά. Παρατηρεί.
Ο Watts το εξηγούσε απλά: μπερδευόμαστε επειδή έχουμε μάθει να ζούμε μέσα στις λέξεις. Το μυαλό σχολιάζει διαρκώς την πραγματικότητα και κάποια στιγμή νομίζουμε ότι το σχόλιο είναι η ίδια η ζωή. Ότι αν η φωνή λέει «είμαι ανεπαρκής», τότε είμαστε. Ότι αν λέει «φοβάμαι», τότε ο φόβος είναι η ουσία μας. Μα η σκέψη είναι γεγονός. Δεν είναι ταυτότητα. Το να αρχίσεις να το βλέπεις αυτό δεν σημαίνει ότι η φωνή θα σταματήσει. Δεν σημαίνει ότι θα γίνεις ξαφνικά γαλήνιος ή ατάραχος. Δεν είναι αγώνας κατάκτησης σιωπής. Είναι αλλαγή σχέσης.
Όταν σταματάς να παίρνεις τη σκέψη τόσο προσωπικά, κάτι χαλαρώνει. Δεν χρειάζεται πια να υπερασπιστείς ή να αποδείξεις τίποτα. Η φράση που πριν ακουγόταν σαν αλήθεια, τώρα γίνεται απλώς μια πρόταση που πέρασε από μέσα σου. Και ξαφνικά δημιουργείται χώρος. Μικρός, αλλά αληθινός. Χώρος ανάμεσα σε εσένα και σε αυτό που αφηγείται ο νους. Αυτός ο χώρος είναι επίγνωση. Κι η επίγνωση δεν καταργεί τη σκέψη. Τη φωτίζει.
Ξαφνικά βλέπεις ότι ο νους είναι σαν ραδιόφωνο που δεν κλείνει. Παίζει παλιά τραγούδια, ειδήσεις, προβλέψεις, σενάρια. Μερικές φορές έντονα, με παράσιτα. Άλλες φορές χαμηλόφωνα. Αλλά εσύ δεν είσαι ο σταθμός. Είσαι ο ακροατής. Και ο ακροατής έχει επιλογή. Μπορεί να ακούσει χωρίς να πιστέψει κάθε λέξη. Μπορεί να αφήσει μια σκέψη να περάσει όπως περνά ένα σύννεφο, χωρίς να την κάνει μόνιμο καιρό. Μπορεί να αναγνωρίσει ότι το μυαλό προσπαθεί να προστατεύσει, να προβλέψει, να ελέγξει — όχι να σαμποτάρει.
Η συνεχής εσωτερική φλυαρία είναι ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα επιβίωσης κρατά εγρήγορση. Μόνο που ζούμε σε έναν κόσμο όπου ο κίνδυνος δεν είναι πάντα η τίγρης. Είναι κοινωνικός φόβος, σύγκριση, απόρριψη. Κι έτσι η φωνή συνεχίζει να μιλά, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει απειλή. Δεν χρειάζεται να την πολεμήσεις. Χρειάζεται να τη δεις. Όταν αρχίζεις να παρατηρείς τον νου αντί να ταυτίζεσαι μαζί του, αλλάζει κάτι βαθύτερο από τη διάθεση. Αλλάζει η αίσθηση του “ποιος είμαι”. Δεν είσαι η σκέψη που εμφανίζεται. Δεν είσαι το σχόλιο. Δεν είσαι η κριτική. Είσαι η παρουσία μέσα στην οποία όλα αυτά συμβαίνουν. Και ίσως, τελικά, η ελευθερία να μην βρίσκεται στο να σιωπήσει το μυαλό — αλλά στο να πάψεις να πιστεύεις ότι η φωνή του είναι η μοναδική σου αλήθεια.
Γιατί τότε, μέσα στον θόρυβο, ανακαλύπτεις κάτι πιο ήσυχο. Όχι την απουσία σκέψης. Αλλά παρουσία. Και ίσως το πιο ανακουφιστικό πράγμα που μπορείς να ακούσεις απόψε είναι αυτό: Δεν χρειάζεται να διορθώσεις τον νου σου.
Χρειάζεται απλώς να θυμηθείς ότι δεν είσαι αυτός. Κι αν για μια στιγμή σταθείς και ακούσεις — όχι τη φωνή, αλλά εκείνον που την ακούει — ποιος είσαι τότε; Πού αρχίζει ο πραγματικός σου εαυτός και πού τελειώνει ο νους; Και τι απομένει όταν δεν χρειάζεται να υπερασπιστείς καμία σκέψη;
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
