Στέκεσαι μπροστά στον καθρέφτη το πρωί, μόλις ξυπνάς, κοιτιέσαι με μια ματιά και λες από μέσα σου «Εντάξει… είμαι καλά σήμερα». Και συνεχίζεις τη μέρα σου. Λίγες ώρες μετά, ανοίγεις το κινητό και βλέπεις ότι κάποιος σου έστειλε μια φωτογραφία από πριν. Την κοιτάς, κάνεις ένα ζουμ να τη δεις καλύτερα και σου φεύγει ένα μικρό «Μα… έτσι είμαι εγώ;» Αν σου έχει συμβεί, είναι κλασική ανθρώπινη αντίδραση, οπότε cool!
Ο καθρέφτης είναι αυτό το αντικείμενο που σε βλέπει κάθε μέρα, σε οποιαδήποτε κατάσταση κι αν είσαι. Σε έχει δει νυσταγμένο, χαρούμενο, αγχωμένη, βαμμένο, άβαφο, με μαλλιά σαν τη ζούγκλα του Αμαζονίου. Σε έχει συνηθίσει και τον έχεις συνηθίσει κι εσύ. Είναι σαν φίλος παλιός που σε ξέρει και δεν σε κρίνει, όπως κι αν φαίνεσαι. Όταν τον κοιτάς, δεν βλέπεις απλώς το πρόσωπό σου, αλλά τον ίδιο σου τον εαυτό έτσι όπως τον έχεις μάθει. Ξέρεις ποια πλευρά σου σου αρέσει πιο πολύ, πώς να σταθείς και πότε χαμογελάς ωραία. Όλα αυτά γίνονται χωρίς πολλές προσπάθειες, βγαίνουν φυσικά, ο καθρέφτης είναι ο συνεργός σου.
Η φωτογραφία, από την άλλη, είναι κάπως ψυχρή. Δεν ξέρει ότι αυτό είναι το καλό σου χαμόγελο. Δεν περιμένει να ισιώσεις λίγο το σώμα σου, ούτε σου λέει «περίμενε μισό λεπτό» να ισιώσεις εκείνη την τρίχα που πετάει. Σε πιάνει στα πράσα, όπως είσαι εκείνη τη χρονική στιγμή. Είτε με καλό είτε με κακό φωτισμό, με όποια γωνία έτυχε και με όποια έκφραση πέρασε για μισό δευτερόλεπτο από το πρόσωπό σου. Το αποτέλεσμα; Μια εικόνα που δε μοιάζει με αυτήν που έχεις στο κεφάλι σου.
Εδώ θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση. Το μυαλό μας έχει την τάση να συμπαθεί αυτό που βλέπει συχνά και εμείς βλέπουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη πάντα με τον ίδιο τρόπο. Έτσι, έχουμε φτιάξει μέσα μας μια εκδοχή του προσώπου μας, η οποία δεν είναι ψεύτικη, απλώς είναι η αγαπημένη μας! Όταν λοιπόν η φωτογραφία μάς δείχνει αλλιώς από την εικόνα που εμείς έχουμε συνηθίσει να κοιτάμε στον καθρέφτη, τότε το μυαλό μπερδεύεται. Δε λέει «α, έτσι είμαι». Λέει «Κάτι δεν πάει καλά εδώ». Κι όμως, πάει βρε πλασματάκια.
Επίσης, στον καθρέφτη έχουμε συνηθίσει να χρησιμοποιούμε καλό φωτισμό. Στη φωτογραφία, από την άλλη, το φως είναι απρόβλεπτο. Έρχεται από πάνω, από κάτω, από το πλάι, δημιουργεί σκιές και τονίζει σημεία που δεν προσέχεις ποτέ. Κάποιες φορές αυτό σε κάνει να δείχνεις υπέροχος, άλλες φορές… λιγότερο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι άλλαξες, απλώς ότι το φως είχε άλλη διάθεση.
Σημαντικές εξίσου είναι και οι γωνίες του προσώπου μας, που μας κολακεύουν περισσότερο. Στον καθρέφτη αυτές τις γωνίες τις ξέρεις πολύ καλά, ενώ στη φωτογραφία όχι πάντα. Έτσι, μια εικόνα μπορεί να σε κάνει να σκεφτείς ότι κάτι δε σου κάθεται καλά, ενώ στην πραγματικότητα απλώς σε πέτυχε από μια πλευρά που δεν έχεις συνηθίσει να βλέπεις. Και όπως είναι φυσικό, ό,τι δεν μας είναι γνώριμο μάς φαίνεται ξένο.
Όταν κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη, ξέρεις τι έχεις περάσει μέσα στη μέρα, το πώς νιώθεις και αν υπάρχει κάποιο συναίσθημα. Η φωτογραφία αυτό δεν το δείχνει, δείχνει μόνο την εξωτερική σου εικόνα. Όμως οι άνθρωποι δεν είμαστε μόνο εικόνα, είμαστε η κίνησή μας, οι εκφράσεις του προσώπου μας, η ενέργειά μας. Όλα αυτά χάνονται σε ένα καρέ.
Τελικά, ποια εικόνα μας είναι πιο αληθινή; Και οι δύο, θα πω εγώ. Ο καθρέφτης δείχνει πώς βλέπεις εσύ τον εαυτό σου, ενώ η φωτογραφία δείχνει πώς φαίνεσαι σε μια στιγμή. Καμία δεν λέει ψέματα, απλώς καμία δεν λέει και όλη την ιστορία. Δεν υπάρχει λάθος εικόνα του εαυτού μας, μόνο διαφορετικές ματιές. Κάποιες μας αγκαλιάζουν, κάποιες μας ξαφνιάζουν, ενώ άλλες μας φέρνουν λίγο πιο κοντά στην αποδοχή. Όσο και να μας φαίνεται περίεργο, αυτό που βλέπουμε στις φωτογραφίες είναι κι αυτό ένα κομμάτι μας, απλώς όχι το μόνο.
Χρειάζεται λιγότερη αυστηρότητα και περισσότερη καλοσύνη όταν κοιτάμε τον εαυτό μας, γιατί η ομορφιά δεν είναι σταθερή, ούτε μετριέται σε τέλειες λήψεις. Ανάμεσα στον καθρέφτη και στη φωτογραφία υπάρχει χώρος να σταθούμε λίγο πιο ήρεμοι. Να θυμηθούμε ότι δεν είμαστε μόνο μια εικόνα, αλλά μια παρουσία. Κι αυτή, όσο κι αν προσπαθήσει ο φακός, δεν τη χωράει ποτέ ολόκληρη.
