Σίγουρα σου έχει τύχει να έρθει εκείνη η στιγμή όπου το κινητό φωτίζει, το μήνυμα ανοίγει και διαβάζεις ένα σκέτο «ΟΚ» ως απάντηση στο κατεβατό σου. Εκεί, που με το βλέμμα κολλημένο στην οθόνη αναρωτιέσαι…Μήπως είπα πολλά; Μήπως είπα λίγα; Μήπως μίλησα σε ένα αυτοματοποιημένο σύστημα; Εσύ έχεις στείλει ένα μήνυμα-σεντόνι με συναίσθημα, με ροή σκέψεων, ακόμα και με emoji που τα διάλεξες με προσοχή και επιστρέφει σε σένα ένα «ΟΚ». Τελεία. Τίποτα άλλο.
Είναι καλά αυτοί οι άνθρωποι; Να τους πάρουμε κάτι; Ένα νερό, μια κουβέρτα, μια αγκαλιά; Ή μήπως είμαστε εμείς οι υπερβολικοί; Καλώς ήρθατε στην εξερεύνηση της συναισθηματικής οικονομίας και των λεγόμενων minimal communicators.
Οι Σεντονάνθρωποι είμαστε αυτοί που γράφουμε όπως μιλάμε, όπως νιώθουμε και όπως σκεφτόμαστε. Δεν μπορούμε να πούμε απλώς «ναι». Θα πούμε «ναι, γιατί το σκέφτηκα, το ένιωσα, το ανέλυσα, και νομίζω ότι έχει νόημα για τους εξής λόγους…». Μας αρέσουν οι αποχρώσεις στον λόγο, τα ίσως, τα από τη μία… από την άλλη.. Θέλουμε να μεταφέρουμε το συναίσθημα μέσα από το μήνυμα και όχι σκέτη την πληροφορία.
Από την άλλη οι ΟΚάνθρωποι υποστηρίζουν πως είναι άνθρωποι της ουσίας. Δε θα σου γράψουν μυθιστόρημα για να σου πουν ότι κατάλαβαν. Θα σου γράψουν «ΟΚ». Και μέσα σε αυτό το «ΟΚ» καταφέρνουν να τα χωρέσουν όλα, όπως κατάλαβα, συμφωνώ, προχωράμε, δεν έχω κάτι να προσθέσω, πάμε παρακάτω.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτές οι δύο κατηγορίες ανθρώπων προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Γιατί για τον Σεντονάνθρωπο το «ΟΚ» δεν είναι απάντηση αλλά μεταφράζεται σαν συναισθηματικό κενό. Είναι σαν να μιλάς σε τοίχο που απλώς σου κλείνει το φως και τότε εγκέφαλος αρχίζει τα σενάρια τύπου «Είναι θυμωμένος;», «Μήπως βαριέται;», «Έγραψα κάτι λάθος;» Έτσι ξεκινά η εσωτερική καταιγίδα. Γιατί εμείς οι Σεντονάκηδες δε στέλνουμε απλώς λέξεις αλλά μέσα σε αυτά που γράφουμε αφήνουμε ένα κομμάτι μας. Όταν αυτό το κομμάτι γυρνά πίσω με ένα «ΟΚ», μοιάζει σαν να το άφησαν στο πάτωμα.
Από την άλλη, ο ΟΚάνθρωπος δεν καταλαβαίνει καθόλου το δράμα. Στο μυαλό του έκανε ακριβώς αυτό που έπρεπε. Δηλαδή απάντησε, επιβεβαίωσε και έκλεισε τον κύκλο. Δε βλέπει καν το πρόβλημα. Αν τον ρωτήσεις «μα γιατί μόνο ΟΚ;», θα σου πει κάτι τύπου «Τι άλλο να πω;». Και εδώ μπαίνει η συναισθηματική οικονομία. Οι minimal communicators λειτουργούν με χαμηλή κατανάλωση. Προτιμούν να μη σπαταλάνε τις λέξεις και το συναίσθημα ή την ενέργεια αν δεν υπάρχει λόγος. Δεν τους αρέσουν τα πολλά πολλά. Η επικοινωνία για αυτούς είναι εργαλείο και όχι χώρος έκφρασης.
Εμείς πάλι τη βλέπουμε σαν χορό, σαν ανταλλαγή βρε παιδί μου. Σαν «σου δίνω κάτι για να μου δώσεις κάτι πίσω». Θέλουμε να υπάρχει ροή και να νιώθουμε ότι μας διάβασαν, όχι απλώς ότι μας τσέκαραν.Το αστείο είναι ότι καμία πλευρά δεν είναι λάθος, απλώς μιλάμε διαφορετικές γλώσσες.
Οι ΟΚάνθρωποι συχνά είναι πρακτικοί άνθρωποι που δεν τους αρέσει η υπερανάλυση. Μπορεί να νιώθουν πολλά, απλώς δεν τα βάζουν σε λέξεις. Ή τα βάζουν αλλού, όπως για παράδειγμα στη σιωπή, στις πράξεις, στο «θα είμαι εκεί όταν χρειαστεί». Οι Σεντονάνθρωποι δε, αν δεν τα πουν ή αν δεν τα γράψουν, αν δεν τα ξεδιπλώσουν, νιώθουν ότι κάτι έμεινε μισό. Ότι η σκέψη κόπηκε στη μέση και πως η καρδιά δεν ολοκλήρωσε τη φράση.
Κάπου εκεί…στο ενδιάμεσο μεταξύ τους γεννιούνται οι παρεξηγήσεις. Οι μικρές πληγές που λέμε. Τα «εγώ είπα τόσα κι εσύ τίποτα». Τα «μα εγώ απάντησα».
Εγώ; Αν με ρωτάς σε ποια κατηγορία ανήκω, δε θα σου πω ψέματα. Είμαι σεντόνι με μεγάλη περηφάνια. Μου αρέσει να γράφω όπως σκέφτομαι, να αφήνω χώρο και να παίζω με τις λέξεις. Όχι γιατί πιστεύω ότι όλοι πρέπει να απαντούν έτσι, αλλά γιατί έτσι νιώθω ότι είμαι παρούσα. Όμως, με τα χρόνια έμαθα κάτι πολύτιμο. Το «ΟΚ» δεν είναι πάντα αδιαφορία και το σεντόνι δεν εχει πάντα βάθος. Κάποιες φορές, ένα «ΟΚ» σημαίνει «σε εμπιστεύομαι» και κάποιες άλλες, ένα κατεβατό σημαίνει απλώς άγχος.
Το μυστικό δεν είναι να αλλάξουμε στρατόπεδο. Είναι να αναγνωρίσουμε ποιος έχουμε απέναντί μας και να μην περιμένουμε ποίηση από άνθρωπο που μιλάει με bullets. Όπως επίσης να μη θεωρούμε υπερβολικό εκείνον που απλώς θέλει να ακουστεί λίγο παραπάνω.
Αν κάποιος σου απαντήσει «ΟΚ» σε ένα μήνυμα που ήταν κατάθεση ψυχής, πάρε μια ανάσα. Δε σημαίνει πάντα πως σε απορρίπτει. Μπορεί απλά αυτός να είναι ο τρόπος του. Κάποιοι άνθρωποι νιώθουν χωρίς να ξέρουν πως να το εκφράσουν. Κάποιοι καταλαβαίνουν, αλλά δεν έχουν μάθει να απαντούν με λέξεις. Και αυτό δεν ακυρώνει απαραίτητα όσα ένιωσες εσύ γράφοντας.
Το σημαντικό δεν είναι πάντα το πόσες λέξεις θα σου επιστρέψουν, αλλά αν υπάρχει χώρος. Αν υπάρχει παρουσία, έστω και αν αυτή είναι σιωπηλή. Αν ξέρεις ότι όταν χρειαστεί, θα είναι εκεί ακόμα κι αν δεν το ντύσει με φράσεις. Οι λέξεις είναι όμορφες, αλλά δεν είναι το μοναδικό μέτρο σύνδεσης. Άλλοι αγαπούν με προτάσεις ενώ άλλοι με πράξεις και άλλοι με μια ήσυχη σταθερότητα που δεν κάνει θόρυβο.
Αν κάποια μέρα, ανάμεσα στα ΟΚ και στις παύσεις, σου γράψει: «θέλεις να σου απαντήσω πιο αναλυτικά;», τότε κράτα αυτό. Γιατί μέσα σε αυτή τη μικρή πρόταση, υπάρχει η έννοια της φροντίδας. Υπάρχει διάθεση να σε συναντήσει στον δικό σου ρυθμό και αυτό ίσως είναι τελικά το ζητούμενο. Το να μη μιλάμε όλοι με τον ίδιο τρόπο, αλλά να κάνουμε ένα βήμα ο ένας προς τη γλώσσα του άλλου και αυτό αξίζει περισσότερο από χίλιες τέλειες λέξεις.
