Κάποτε πιστεύαμε ότι τα τέρατα γεννιούνται στο σκοτάδι. Σε υπόγεια. Σε υγρά δωμάτια. Σε τόπους που μυρίζουν μούχλα και φόβο. Τώρα ξέρουμε ότι γεννιούνται σε σαλόνια. Με χαλιά που δεν πατάς με παπούτσια. Με φώτα θερμά για να φαίνονται όλοι ανθρώπινοι. Με ανθρώπους που γελάνε σωστά όχι πολύ, όχι λίγο όσο χρειάζεται για να δείχνουν καλοί.
Και μετά εμφανίζονται τα έγγραφα. Όχι για να αποκαλύψουν. Τα έγγραφα δεν αποκαλύπτουν ποτέ. Τα έγγραφα απλώς ξεχνούν να κρύψουν. Ονόματα. Ημερομηνίες. Πτήσεις. Παρουσίες. Καμία κραυγή. Μόνο αρχεία pdf.
Και ξαφνικά ο κόσμος δεν αλλάζει. Δεν παγώνει. Δεν καίγεται. Γιατί δε σοκάρεται. Γιατί όλοι είχαν ήδη μια υποψία — απλώς περίμεναν να τη δουν τυπωμένη για να μπορέσουν να συνεχίσουν να ζουν χωρίς να τη σκέφτονται.
Πάντα έτσι δεν ήταν; Ο φτωχός κάνει έγκλημα για να φάει. Ο πλούσιος κάνει έγκλημα γιατί βαριέται να είναι άνθρωπος. Και το σύστημα δεν τους ξεχωρίζει με βάση το έγκλημα αλλά με βάση το χαμόγελο στη φωτογραφία. Αναρωτιέμαι: Πότε σταματά ένας άνθρωπος να βλέπει άλλους ανθρώπους ως ανθρώπους; Πότε ο άλλος γίνεται αντικείμενο; Πότε η εξουσία παύει να είναι εργαλείο και γίνεται αναισθητικό;
Ή μήπως δε γίνεται ποτέ; Μήπως απλώς αφαιρεί το φρένο που προσποιούμασταν ότι είχαμε; Ο Βίλχελμ Ράιχ θα έλεγε ότι η καταπίεση γεννά τη διαστροφή. Ο Μπουκόφσκι θα έλεγε ότι η άνεση γεννά την πλήξη. Και η πλήξη θέλει παιχνίδια. Αλλά εδώ δεν υπάρχουν παιχνίδια. Υπάρχει μόνο η απόδειξη ότι ο άνθρωπος, όταν δεν φοβάται τίποτα, δοκιμάζει τα πάντα.
Το παράξενο δεν είναι ότι συνέβη. Το παράξενο είναι ότι μπορούσε να συμβαίνει για χρόνια χωρίς να τρίζει τίποτα γύρω του. Αεροπλάνα απογειώνονταν. Συνεντεύξεις δίνονταν για ηθική. Ομιλίες για την προστασία των παιδιών. Βραβεία για την ανθρωπιά. Οι πόρτες άνοιγαν πάντα προς τα μέσα.
Κανείς δε ρωτάει: Πόσοι ήξεραν; Πόσοι δεν ήθελαν να ξέρουν;
Γιατί ο άνθρωπος δε φοβάται την αλήθεια. Φοβάται την ευθύνη που έρχεται μετά. Η κοινωνία δεν καταρρέει από το κακό. Καταρρέει από την ευγένεια προς το κακό. Όταν φοράει κουστούμι. Όταν μιλάει ήρεμα. Το πραγματικό τέρας δεν είναι αυτός που το έκανε. Είναι το περιβάλλον που το έκανε αδιάφορο. Ο άνθρωπος δε γίνεται τέρας μόνος του.
Χρειάζεται κοινό. Χρειάζεται συνεργούς. Χρειάζεται ανθρώπους που κοιτούν το κινητό τους για να μη χαλάσει η παρέα. Και οι περισσότεροι άνθρωποι αγαπούν την ησυχία τους περισσότερο από την αλήθεια.
Πάντα ψάχνουμε έναν ένοχο για να κοιμηθούμε. Αν είναι ένας, ο κόσμος σώζεται. Αν είναι πολλοί, ο κόσμος μοιάζει με εμάς. Και αυτό είναι πιο τρομακτικό. Γιατί τότε το τέρας δεν είναι εξαίρεση. Είναι δυνατότητα. Όχι ενός ανθρώπου. Του ανθρώπου.
Κάποτε λέγαμε ότι η γνώση φέρνει κάθαρση. Τώρα φέρνει κόπωση. Διαβάζεις. Συνοφρυώνεσαι. Πίνεις καφέ. Κλείνεις το άρθρο. Η ζωή συνεχίζεται και ίσως αυτό είναι το πιο ανατριχιαστικό σημείο της. Ίσως η πραγματική αρρώστια δεν είναι αυτό που έγινε. Αλλά ότι μπορούμε να το αντέξουμε. Θέλω να πιστεύω ότι η αλήθεια θεραπεύει. Αλλά μάλλον απλώς εκπαιδεύει την ανοχή. Στην αρχή σοκάρεσαι. Μετά θυμώνεις. Μετά κουράζεσαι. Μετά αστειεύεσαι.
Μετά ξεχνάς.
Και το τέρας δε χρειάζεται να κρυφτεί. Περιμένει. Γιατί ξέρει κάτι που δε θέλουμε να παραδεχτούμε: Ο άνθρωπος δεν αντέχει για πολύ την ελπίδα. Είναι βαριά. Θέλει πράξεις. Η αδιαφορία είναι ελαφριά. Ταιριάζει με τα πάντα. Κι έτσι, σιγά σιγά, η ελπίδα δεν πεθαίνει. Απλώς σταματά να επιστρέφει.
Κάθε φορά που εμφανίζεται ένα νέο όνομα, τρέχουμε να το απομονώσουμε σαν να πρόκειται για ατύχημα, για ρωγμή στο σύστημα. Μα η ρωγμή είμαστε εμείς. Ένας κόσμος που εκπαιδεύτηκε να θαυμάζει την επιτυχία πριν ρωτήσει την προέλευσή της, να σέβεται τη δύναμη πριν εξετάσει το τίμημά της. Η δυσαρέσκεια δεν είναι πια οργή είναι κόπωση από την επανάληψη.
Αν υπάρχει πρόταση σωτηρίας, δεν είναι η τιμωρία είναι η αφαίρεση του θαυμασμού. Τη μέρα που η κοινωνία θα πάψει να υποκλίνεται στη δύναμη και αρχίσει να υποπτεύεται την υπερβολική ισχύ, τα τέρατα δε θα εξαφανιστούν απλώς· δε θα βρίσκουν πια τόπο να γεννηθούν.
