Το να κάνεις κακό είναι εύκολο. Είναι η πρώτη λέξη που βγαίνει όταν ξυπνάς με το στήθος γεμάτο μικροτραύματα, όταν ο κόσμος σου λέει «πρέπει» και η ψυχή σου διαλέγει το «γιατί όχι». Το κακό δε χρειάζεται επιχειρήματα. Έχει βολικά παπούτσια, γυαλιστερό πρόσωπο και μια σειρά από δικαιολογίες στο τσεπάκι: «είναι για το καλό», «έτσι κάνουν όλοι», «έτσι θα προκόψω». Το κακό είναι σαν τον φθηνό ποτό: σε γεμίζει στιγμιαία, σε ληστεύει αργά, και όταν αδειάζει το μπουκάλι δεν έχεις παρά να αγοράσεις άλλο.
Μου το είπε ένας φίλος όταν ήμασταν νέοι και πίναμε σε ένα μπαρ που μυρίζει παλιά μπίρα και παλιούς έρωτες. «Μη δίνεις», μου είπε. «Κράτα». Η φωνή του ήταν κυνική, αλλά λιγότερο επιτηδευμένη από όλες τις στιβαρές θεωρίες που διάβαζα στα βιβλία. Η αλήθεια είναι ότι το να πάρεις από κάποιον ενέργεια, χρόνο, φως δεν απαιτεί θάρρος. Απαιτεί θρασύτητα. Το θάρρος απαιτεί να δίνεις όταν δεν υπάρχει κανένα κέρδος, όταν το να δώσεις σε κάνει λιγότερο και ίσως να υποφέρεις γι’ αυτό. Οι φιλόσοφοι θα το περιέγραφαν καλύτερα με λόγια που μυρίζουν λινό και σκόνη βιβλιοθήκης. Ο Σωκράτης θα σε ρώταγε «τι είναι το καλό;», και θα σε έπαιρνε απ’ τα μούτρα μέχρι να απολογηθείς για την αλαζονεία σου. Ο Νίτσε θα σου έδινε συγχαρητήρια, στο ίδιο λεπτό που θα σε χαστούκιζε για την υποκρισία σου «το κακό είναι απλώς ένα εργαλείο», θα σου έλεγε, «το χρησιμοποιείς ή σε χρησιμοποιεί». Ο Σίνταρτα θα σου ψιθύριζε πως το κακό είναι στερεότυπο, πως απλώς αντανακλάς τον κόσμον που σε ανάθρεψε. Ο Επίκουρος θα σου θύμιζε να μετράς τον πόνο και την ηδονή, όπως μετράς τα κουτάκια της μπίρας στο ψυγείο. Και ο Στωικός; Εκείνος θα σε έπειθε πως το να μην κάνεις κακό είναι πράξη εσωτερικής κυβέρνησης σαν να κρατάς το τιμόνι όταν ο δρόμος γλιστράει.
Αλλά η θεωρία δε δίνει γεύση στο στόμα όταν το παιδί σου σε κοιτάζει και ζητάει λόγια. Δε ζεσταίνει όταν η πόρτα κλείνει και μένεις μόνος με τη συνήθεια να κλέβεις στιγμές από τους άλλους για να γεμίσεις το κενό σου. Το να είσαι καλός σε αυτή την κοινωνία των αρπακτικών είναι σκληρή δουλειά. Είναι σαν να κρατάς ζωντανή μια μικρή λάμπα με τις παλάμες σου ενώ γύρω σου οι άλλοι στέκονται και φυσούν σαν να είναι άνεμος σαββατιάτικης νύχτας.
Το να είσαι καλός σημαίνει συχνά να είσαι το μαύρο πρόβατο. Σημαίνει να λες όχι, όταν όλοι οι άλλοι λένε ναι. Σημαίνει να χάνεις ευκαιρίες που υπόσχονται χρήμα, δόξα ή απλώς μια ανακούφιση από τη συνείδηση. Σημαίνει να πεις «σ’ αγαπώ» όταν δεν ξέρεις αν θα απαντηθεί, να μην παίρνεις όταν το πήδημα είναι εύκολο, να κρατάς τη σιωπή σου όταν οι άλλοι ζητούν θόρυβο. Για κάποιους αυτό είναι αδυναμία. Για μένα είναι ο μόνος τρόπος να μην ξυπνήσω ένα πρωί ξένος σε έναν καθρέφτη.
Υπάρχουν μέρες που απλώς μαζεύω τις ίδιες τις λέξεις και τις ρίχνω στον κάδο, όπως ρούχα που δεν σκοπεύω πια να φορέσω. Και σε αυτές τις μέρες, το κακό μοιάζει ελκυστικό: μικρό, κομψό, χωρίς υποχρεώσεις. Το να κάνεις κακό είναι μια συντομία συντομεύει τη ζωή. Το να είσαι καλός είναι μακρά πλοήγηση σε ξηρά ρεύματα. Μπορεί να σε κουράσει, να σε κάμει να φαίνεσαι αφελής, αλλά στο τέλος και αυτό είναι που δεν λένε οι γκρινιάρηδες φιλόσοφοι όταν κοιτάζεις πίσω, η καλοσύνη αφήνει ίχνη. Τα ίχνη αυτά δεν πωλούνται σε δημοπρασίες δεν τα μετράει η αγορά. Τα βλέπεις στα πρόσωπα που δε σε πρόδωσαν, στις μικρές πόρτες που ανοίχτηκαν όταν ήσουν χωρίς όπλο.
Δε θα σου πουλήσω ιδανικά. Δεν έχω καμία όρεξη να σε κηρύξω καλό. Το καλό είναι βαριά δουλειά, σκληρή σαν μπετόν και ευαίσθητη σαν γυαλί. Κάποιες φορές τσακίζει τα δάχτυλά σου. Μα αν το κακό είναι εύκολο και είναι τότε το να αντισταθείς, να δώσεις χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα, να φωτίσεις κάποιον άλλον με την ενέργεια που σου απομένει, αυτό είναι το αληθινό κατορθώμα. Είναι η σιωπηλή επανάσταση των ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν και τα πάντα να χάσουν.
Κι αν κάποιος θέλει να βάλει λέξεις βαρύτερες από τις πράξεις, ας τις βάλει. Εγώ προτιμώ να δουλεύω με τις πράξεις. Να δίνω όταν μπορώ. Να παίρνω μόνο όταν δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Να μένω ξύπνιος όταν όλοι κοιμούνται. Να είμαι το μαύρο πρόβατο που στην πραγματικότητα κρατάει την πόρτα ανοιχτή. Τέλος, για εμένα και αυτό δεν είναι φιλοσοφία, ούτε ποίηση, ούτε συμβολισμός είναι απλή ανάγκη: κάνε καλό όχι επειδή σε κάνει καλύτερο άνθρωπο (ποιος ξέρει τι είναι καλύτερος άνθρωπος), αλλά επειδή ο κόσμος χρειάζεται μια λάμπα ακόμα. Μην τη σβήσεις για να πάρεις τη λάμψη των άλλων. Κράτα την. Κράτα τη καλά.
