Ο τελευταίος παράδεισος δεν είναι τόπος. Δεν έχει συντεταγμένες, δε χαράσσεται σε χάρτες, δεν τον αγγίζει ο χρόνος. Δε βρίσκεται σε βουνά που δεν πατήθηκαν ούτε σε νησιά που δεν κατοικήθηκαν μα ίσως ούτε και στα ουράνια. Ο τελευταίος παράδεισος είναι μια στιγμή συνειδητοποίησης.

Ο άνθρωπος τον αναζητά όπως ο διψασμένος την όαση. Διασχίζει ερήμους ιδεών, θρησκειών, φιλοσοφιών, σχέσεων, επιτυχιών. Κυνηγά το νόημα σαν να είναι κάτι που του λείπει, κάτι που βρίσκεται πιο μπροστά, πιο ψηλά, πιο μακριά. Και όσο περισσότερο τρέχει, τόσο πιο πολύ κουράζεται. Όχι επειδή ο δρόμος είναι δύσκολος, αλλά επειδή ο δρόμος δεν οδηγεί εκεί που νομίζει.

Όπως ο Σιντάρτα που άφησε τα παλάτια, τους δασκάλους, την άσκηση, τον ασκητισμό και την απόλαυση, έτσι κι ο άνθρωπος περνά από στάδια. Πιστεύει πως η αλήθεια βρίσκεται στην άρνηση. Μετά πιστεύει πως βρίσκεται στη συσσώρευση. Ύστερα στην επιτυχία. Μετά στην αγάπη. Και κάθε φορά που νομίζει πως έφτασε, κάτι μέσα του παραμένει ανήσυχο.

Μέχρι τη στιγμή που συναντά τον περαματάρη. Όχι ως πρόσωπο. Ως σύμβολο. Ο περαματάρης δε διδάσκει. Δεν υπόσχεται. Δεν καθοδηγεί.

Απλώς περνά τους ανθρώπους από τη μία όχθη στην άλλη. Και μέσα στη σιωπή του ποταμού, ο άνθρωπος καταλαβαίνει κάτι τρομακτικά απλό: Δεν υπάρχει άλλη όχθη. Αυτό που κυνηγούσε δεν ήταν ο προορισμός. Ήταν η κίνηση.

Τα χρήματα δεν ήταν ποτέ ο σκοπός ήταν το καύσιμο. Η εξουσία δεν ήταν ποτέ η λύτρωση ήταν ο καθρέφτης του φόβου. Η αναγνώριση δεν ήταν ποτέ αγάπη ήταν η ανάγκη να σε δουν επειδή δεν έβλεπες εσύ τον εαυτό σου. Και τότε έρχεται η πιο ήσυχη, αλλά και η πιο επαναστατική επίγνωση: Το σημαντικότερο είναι το εδώ και το τώρα. Όχι ως σύνθημα. Ως βίωμα. Η ζωή δε θέλει θριάμβους. Θέλει παρέα. Έναν άνθρωπο να γελάς μαζί του χωρίς λόγο. Έναν άνθρωπο να σωπαίνεις μαζί του χωρίς αμηχανία. Και, κυρίως, να μπορείς να κάνεις χιούμορ με τον εαυτό σου γιατί εκεί κρύβεται η πραγματική δύναμη. Όποιος γελά με τον εαυτό του, δε φοβάται πια να καταρρεύσει. Και όποιος δε φοβάται να καταρρεύσει, είναι ελεύθερος. Η ζωή είναι μυστήριο. Και το μυστήριο δε λύνεται βιώνεται.

Όσο προσπαθείς να το εξηγήσεις, χάνεις χρόνο. Και ο χρόνος είναι το μόνο πράγμα που δεν επιστρέφει ποτέ πίσω. Δε συγχωρεί. Δεν περιμένει. Δεν εξηγεί. Γι’ αυτό ο τελευταίος παράδεισος δεν είναι μια υπόσχεση του μέλλοντος.

Είναι η αποδοχή του παρόντος. Είναι η στιγμή που σταματάς να ρωτάς «τι θα γίνω» και αρχίζεις να ζεις το «είμαι». Είναι η επίγνωση πως η μόνη σταθερά στη ζωή είναι η αλλαγή και αντί να την πολεμάς, μαθαίνεις να χορεύεις μαζί της. Τότε καταλαβαίνεις: Δεν έχασες ποτέ τον παράδεισο. Απλώς τον έψαχνες παντού, εκτός από μέσα σου. Και όταν το καταλάβεις αυτό, δε χρειάζεσαι άλλο δρόμο. Γίνεσαι εσύ ο περαματάρης. Και περνάς τη ζωή όχι απέναντι, αλλά ολόκληρη σε μια στιγμή…

Κι εκεί, στο τελευταίο αυτό άνοιγμα της συνείδησης, συμβαίνει κάτι που δεν κάνει θόρυβο. Δεν πέφτουν κεραυνοί. Δεν ανοίγουν ουρανοί. Δεν έρχεται καμία επιβεβαίωση απ’ έξω. Απλώς χαλαρώνει η ψυχή. Η ψυχική απελευθέρωση δεν είναι έκρηξη· είναι αποσυμπίεση. Είναι η στιγμή που αφήνεις κάτω το βάρος του ρόλου, της ανάγκης να αποδείξεις, να προλάβεις, να δικαιωθείς. Είναι όταν σταματάς να ζεις σαν να χρωστάς κάτι σε κάποιον ακόμη και στον ίδιο σου τον εαυτό. Τότε η ύπαρξη παύει να είναι αγώνας και γίνεται παρουσία. Δε χρειάζεται να είσαι καλύτερος. Δε χρειάζεται να είσαι πιο σοφός. Χρειάζεται μόνο να είσαι αληθινός.

Η ψυχή ελευθερώνεται όταν συμφιλιώνεσαι με το γεγονός ότι δε θα ελέγξεις ποτέ τα πάντα. Και μέσα σε αυτή την παραδοχή, γεννιέται μια βαθιά, σχεδόν παιδική γαλήνη. Όχι επειδή λύθηκαν τα προβλήματα, αλλά επειδή έπαψαν να ορίζουν ποιος είσαι. Από εκεί και πέρα, η ζωή συνεχίζεται με απώλειες, με χαρές, με φθορά. Αλλά εσύ δεν είσαι πια αιχμάλωτός της. Είσαι μάρτυρας. Είσαι παρών. Είσαι ελεύθερος.

Και αυτό, χωρίς καμία αμφιβολία, είναι ο μόνος παράδεισος που άξιζε ποτέ να βρεθείς.

Συντάκτης: Κπτ. Γιώργος Μπαρμπαρής