Δεν ξέρω τι είναι το θέατρο. Και ίσως αυτό είναι το πιο τίμιο πράγμα που έχω πει ποτέ. Γιατί όλοι γύρω μου μιλάνε λες και ξέρουν. Λες και γεννήθηκαν με μια σκηνή στα μάτια, ένα χειροκρότημα στα πνευμόνια, ένα προσωπείο καρφωμένο στο πρόσωπο από τότε που πρωτοφώναξαν «μαμά». Εγώ όχι. Εγώ απλώς υπάρχω. Κι αυτό μερικές μέρες είναι αρκετό, κι άλλες μοιάζει με κατάρα.
Στο θέατρο της ζωής, λένε, όλοι παίζουν έναν ρόλο. Και κάπου εκεί αρχίζει η μεγάλη παρεξήγηση: αν όλοι είναι ηθοποιοί, τότε ποιος γράφει το έργο; Κι αν το γράφω εγώ, πότε πρόλαβα να γίνω συγγραφέας; Δε θυμάμαι να με ρώτησε κανείς. Κι όμως… όλοι παίζουν.
Οι σοφοί παίζουν τον σοφό. Οι δυνατοί τον δυνατό. Οι πληγωμένοι τον απρόσιτο. Οι φοβισμένοι τον ατρόμητο. Κι εγώ; Εγώ παίζω τον εαυτό μου. Και να σου πω την αλήθεια, αυτός ο ρόλος είναι ο πιο δύσκολος απ’ όλους. Ξέρεις γιατί; Γιατί για να παίξεις τον εαυτό σου, πρέπει πρώτα να τον βρεις. Κι εγώ ακόμα ψάχνω τον διάολο ή το θεό που με γέννησε, ψάχνω τον άνθρωπο που έγινα, ψάχνω τον τύπο που βλέπω στον καθρέφτη και με κοιτάει λες και με κατηγορεί που δεν τον έμαθα όσο έπρεπε.
Μερικές φορές νομίζω πως είμαι θεατρίνος. Ένας τύπος που παριστάνει κάτι, που παλεύει να χωρέσει σε φώτα που δεν του ανήκουν, να πείσει για ρόλους που δε διάλεξε. Και τότε το στομάχι μου σφίγγει, σαν τον προβολέα που πέφτει πάνω στον πιο άσχετο ηθοποιό της παράστασης και όλοι περιμένουν από αυτόν να σώσει το έργο.
Μα δεν έχω ταλέντο. Όχι για να παίξω κάποιον άλλον. Ούτε για να κρύψω αυτόν που είμαι. Το μόνο που έχω είναι μια αλήθεια, αυτή που κρατάω σαν τσαλακωμένο χαρτί στην παλάμη: ό,τι πιστεύω… δεν σημαίνει ότι είναι αλήθεια. Μόνο ότι το χρειάζομαι. Κι αυτή είναι η ειρωνεία: αν ήμουν πραγματικά σίγουρος για κάτι, δεν θα χρειαζόταν να το πιστέψω. Θα ήμουν. Απλά θα ήμουν. Αλλά στο θέατρο της ζωής, κανείς δεν «είναι». Όλοι «παίζουν». Κι η σκηνή είναι μικρή κι εύθραυστη, σαν να είναι χτισμένη πάνω σε μια παλιά υπόσχεση που κανείς δεν κράτησε.
Μερικές νύχτες, όταν τα φώτα πέφτουν και το κοινό πάει σπίτι του, μένω μόνος στην άκρη της σκηνής. Ακούω τον εαυτό μου να ανασαίνει σαν κουρασμένος ηθοποιός που έπαιξε τον ρόλο της ζωής του χωρίς να ξέρει το κείμενο. Κι εκεί, στην σιωπή, μοιάζει σαν να παίρνω το Όσκαρ για τον πρώτο αντρικό ρόλο μόνο και μόνο επειδή άντεξα να μην καταρρεύσω. Σαν να μου δίνουν ένα Όσκαρ επειδή επέμεινα να ψάχνω την αλήθεια μου μέσα από λάθη, μέσα από φόβους, μέσα από έναν κόσμο που ζητάει από όλους μας να είμαστε κάτι άλλο.
Το θέατρο, τελικά, δεν είναι η σκηνή. Είναι η προσπάθεια. Είναι η προσπάθεια να βρεις ποιος είσαι σε έναν κόσμο που θέλει να σου πει ποιος πρέπει να είσαι. Κι αν είμαι ηθοποιός; Αν είμαι θεατρίνος; Αν είμαι απλά ένας τύπος που παλεύει να μη χαθεί στο έργο; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο αυτό: όσο ψάχνω, υπάρχω. Κι αυτό είναι ίσως ο μόνος αληθινός ρόλος που μου αξίζει.
Και τώρα εσύ, ναι, εσύ που διάβασες αυτές τις λέξεις μέχρι το τέλος, ξέρεις τώρα κάτι που εγώ ακόμα ψάχνω: πως δε χρειάζεται να ξέρεις τα πάντα για να υπάρξεις. Ότι δεν έχει σημασία αν οι άλλοι σε βλέπουν να παίζεις ρόλο ή αν φοβάσαι πως θα σπάσει η σκηνή κάτω από τα πόδια σου. Το μόνο που μετράει είναι ότι αναπνέεις, ότι ψάχνεις, ότι δεν σταματάς να κοιτάς τον καθρέφτη και να ρωτάς ποιος είσαι. Κι αν ακόμα δεν έχεις βρει απάντηση, δεν πειράζει. Είσαι εκεί. Υπάρχεις.
Και ίσως, μόνο ίσως, αυτή η ίδια η αναζήτηση είναι το πιο αληθινό θέατρο που μπορείς να παίξεις.
Κι αν κάποιος σε ρωτήσει ποιος είσαι, μπορείς να απαντήσεις: «Είμαι αυτός που ψάχνει. Και για τώρα, αυτό μου φτάνει.»
