Σε βλέπω. Στέκεσαι στην άκρη του δρόμου, με το πορτοφόλι μισάνοιχτο και το μυαλό σφιγμένο σαν γροθιά. Δεν πας πουθενά, απλώς σταματάς. Το λες προνοητικότητα για να μη φοβάσαι το σκοτάδι, μα είναι φόβος με καθαρά παπούτσια. Τον βάφτισες λογική για να κοιμάσαι ήσυχος.
Κάθε φορά που το ρεζερβουάρ δείχνει μισό, εσύ το θεωρείς άδειο, γιατί έτσι σε έμαθαν: να ζεις την έλλειψη πριν υπάρξει, να πεινάς πριν πεινάσεις, να προετοιμάζεσαι διαρκώς για μια ζωή που δεν ξεκινά ποτέ. Το βενζινάδικο είναι ο ναός σου· εκεί ανάβεις κερί στην ασφάλεια, εκεί αγοράζεις χρόνο με κέρματα, εκεί αφήνεις το ταξίδι σου να περιμένει. Δεν σε νοιάζει η θέα, σε νοιάζει η απόδειξη. Δε σε νοιάζει ο δρόμος, σε νοιάζει το κοντέρ. Και το παιδί στο πίσω κάθισμα μαθαίνει γρήγορα πως πρώτα έρχεται ο φόβος και μετά η χαρά, αν περισσέψει.
Σου είπαν πως τα χρήματα είναι καύσιμο, και είναι σωστό. Δεν σου είπαν όμως ότι δεν είναι προορισμός. Σου είπαν να γεμίζεις πριν φύγεις, αλλά δεν σου είπαν να φύγεις. Έτσι έμαθες να ζεις σαν να ταξιδεύεις, ενώ στην πραγματικότητα κάνεις κύκλους γύρω από την αντλία, με το λάστιχο τεντωμένο, το βλέμμα χαμηλά και την ψυχή σε αναμονή. Κάθε «για σιγουριά» είναι κι ένα κομμάτι ζωής που δεν έζησες.
Δουλεύεις για να περάσεις χρόνο με τους αγαπημένους σου και καταλήγεις να μην περνάς χρόνο μαζί τους επειδή δουλεύεις. Περιμένεις την επόμενη προαγωγή, την επόμενη αύξηση, το επόμενο «λίγο παραπάνω». Λες στον εαυτό σου πως η δουλειά δεν περιμένει και λες στους ανθρώπους σου να περιμένουν. Και περιμένουν, και γερνάνε, και κάποια στιγμή φεύγουν — ή φεύγεις εσύ από μέσα τους.
Το βενζινάδικο είναι η ζωή σε παύση, το «όχι τώρα», το «όταν στρώσουν τα πράγματα», ένα ενδιάμεσο που έγινε μόνιμο. Κρύβεσαι πίσω από ωραίες λέξεις, μιλάς για μέτρο χωρίς να δοκιμάσεις το άκρο, για ωριμότητα ενώ απλώς φοβήθηκες, ντύνεις την αναβολή με φιλοσοφία και την παράλυση με ψυχολογία. Όλα αληθινά, όλα βολικά.
Το σώμα σου το ξέρει και σφίγγεται όταν σκέφτεσαι το «αν»: αν χαθεί η δουλειά, αν δεν φτάσει, αν μείνεις. Είναι ο χάρτης της καταπίεσης κι εσύ το λες χαρακτήρα. Ο έρωτας μπήκε σε πρόγραμμα, τα όνειρα σε excel, η οργή εξομαλύνθηκε για να μη χαλάσει η εικόνα. Έγινες αξιοπρεπής, προβλέψιμος, ασφαλής, και τώρα αναρωτιέσαι γιατί νιώθεις άδειος ενώ το ντεπόζιτο είναι γεμάτο.
Δε μιλάμε για λεφτά. Το βενζινάδικο είναι το σημείο όπου δε ζεις, απλώς αναβάλλεις τη ζωή. Εκεί όπου το «αρκετό» δεν το ορίζεις εσύ, αλλά πάντα κάτι απ’ έξω: η αγορά, το αφεντικό, η κοινωνία, ο φόβος μήπως μείνεις. Κι όσο δεν αποφασίζεις μόνος σου τι είναι αρκετό, τόσο το βενζινάδικο απλώνεται, γίνεται γραφείο, γίνεται σπίτι, γίνεται χαρακτήρας. Δε ζεις πια, ανεφοδιάζεσαι.
Το καύσιμο είναι σημαντικό, χωρίς αυτό δεν πας πουθενά, αλλά ο δρόμος είναι το νόημα, όχι η αντλία. Ο δρόμος έχει ρίσκο, έχει άδειο κοντέρ, έχει στιγμές που λες «δεν ξέρω αν φτάνει», αλλά έχει γέλια, αναμνήσεις, ιστορία. Το βενζινάδικο δεν έχει τίποτα από αυτά, μόνο φως φθορίου και φόβο μεταμφιεσμένο σε λογική.
Και κάποια μέρα, αν δεν προσέξεις, θα κοιτάξεις πίσω και θα καταλάβεις ότι δεν έμεινες από καύσιμα· έμεινες από ζωή. Οπότε φύγε, όχι όταν γεμίσεις, φύγε όταν φτάνει. Γιατί αν περιμένεις να μη φοβάσαι, θα μείνεις εκεί για πάντα.
Δεν φοβήθηκες να πεθάνεις. Φοβήθηκες να ζήσεις χωρίς εγγυήσεις. Και για να μη το παραδεχτείς, έκανες τον φόβο σου σύστημα, την αναβολή σου αρετή και το βενζινάδικο σπίτι. Δεν έμεινες ποτέ από καύσιμα, έμεινες από θάρρος να δείξεις στον εαυτό σου ότι μια ζωή δεν γεμίζει, καταναλώνεται.
Γι’ αυτό άναψε μηχανή, τσούξε μίζα να ανάψει ο V6, κλείσε το καπάκι και φύγε. Ο δρόμος δεν υπόσχεται τίποτα, κι ακριβώς γι’ αυτό αξίζει, γιατί η θέληση δεν είναι συναίσθημα, είναι αυτό που σε υποχρεώνει να προχωράς όταν η λογική σου φωνάζει «στοπ».
