Εκείνη η ερωτική επιστολή που κάποτε τόλμησες κι έστειλες. Ή εκείνη που έμεινε αποθηκευμένη σε κάποια πρόχειρα να τη σκονίζουν οι αμφιβολίες. Αυτόματες καταγραφές ή δομημένες εξομολογήσεις, είναι τα δικά σας αληθινά ερωτικά γράμματα και τα θέλουμε. Τόλμησε να τα μοιραστείς μαζί μας και με το πρόσωπο που απευθύνονται. Τα περιμένουμε στο info@ pillowfights.gr με τίτλο «Συστημένα».

 

Γράφει η Έλενα. 

Έχω τόσα να σου πω και απόψε, και δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω. Δε θέλω να πω τίποτα τετριμμένο, τίποτα κλισέ, τίποτα ανάξιο αναφοράς. Θέλω να σου πω μόνο όσα υπάρχουν μέσα στο κεφάλι μου αυτή τη στιγμή, για να τα βγάλω από μέσα μου. Αυτή τη φορά, όμως, δε θα σε αφήσω να φύγεις από το μυαλό μου ήσυχα και υποχθόνια, όπως μπήκες.

Είστε τόσοι πολλοί αυτοί που βλέπετε τις αδυναμίες και τις ευαισθησίες που προσπαθώ να κρύψω από τα μάτια σας και που, αντί να με αφήσετε να τις θάψω τρία μέτρα κάτω από τη γη, τις φέρνετε στο φως και μετά τις ποδοπατάτε με όλη σας τη δύναμη. Μόνο που, στο δικό σου, πανέμορφο πρόσωπο, εγώ νόμιζα πως είδα την εξαίρεση.

Δεν είμαι υπερβολική. Βλέπω και καταλαβαίνω πολύ περισσότερα απ’ όσα θέλεις να αφήσεις να φανούν. Γι’ αυτό και το κατηγορώ στον εαυτό μου είναι τόσο δριμύ. Γιατί, όσο και να παρατηρώ τον κόσμο, προσπαθώντας να τον διαβάσω, στη δική σου περίπτωση πάντα θα είμαι τυφλή, χαμένη σε άγνωστα νερά, χωρίς πυξίδα.

Είμαστε ακόμη στον πρώτο γύρο και εγώ σου πετάω από τώρα την πετσέτα. Δεν είναι το γινάτι μου που δεν υπήρξες ποτέ δικός μου, έστω και για λίγο. Είναι το θάψιμο και η ανασυγκρότηση του εσωτερικού μου στρατεύματος στο χρόνο που έπεται της παύσης πυρός. Είναι για να σκεφτώ και για να βρω τα επόμενά μου χνάρια, μακριά από όσα κουβαλούν το άρωμα των λέξεών σου. Είναι για να προστατέψω λιγάκι κι εμένα, για να μου δείξω κι εμένα λίγη αγάπη επιτέλους.

Ένας τυπάς εδώ σου μοιάζει λίγο. Νομίζω ότι, άθελά μου, τον κοίταξα προς στιγμήν με ένα υπέρμετρα φαρμακερό βλέμμα. Τώρα σχολιάζει με την παρέα του την τρελή που μουτζουρώνει μανιασμένα σε ένα τετράδιο, σφίγγοντας το στυλό και τα δόντια της με λύσσα. Τρελή για σένα, τρελή εξ’ αιτίας σου και οσονούπω, τρελή γενικά. Για να τον δω λίγο καλύτερα. Όχι, τελικά δε σου μοιάζει τόσο, μοιάζει άχρωμος, άοσμος και λίγος μπροστά σου.

Με διέλυσαν οι εξελίξεις και τα γεγονότα. Με διέλυσαν όσα έφτασαν και εξακολουθούν να φτάνουν στα αυτιά μου, και μια και μόνη ερώτηση γυρνάει στο κεφάλι μου. Γιατί δε μου το είπες; Κι ακούω στο μυαλό μου την απάντησή σου, τη βλέπω γραμμένη ξεκάθαρα, παρ’ όλο που δε βλέπω μπροστά μου από το κλάμα. «Γιατί δε ρώτησες, ηλίθια».

Για ένα πράγμα να είσαι σίγουρος, όμως, όμορφε. Η ευτυχία σου δεν κινδυνεύει από μένα. Πoτέ δεν κινδύνευε γιατί, αν κάτι έμαθα καλά τόσα χρόνια είναι ότι πρέπει να φεύγω όποτε νιώθω, γιατί ποτέ δε μου βγήκε σε καλό. Αν ήσουν εδώ, δε θα με άγγιζε κανείς. Αν ήσουν εδώ, θα ήμουν ο άλλος μου εαυτός, ο αληθινός, ο ποθητός, ο δυνατός, ο εαυτός εκείνος που λάμπει εκ των έσω, αυτόφωτα, που λούζει και τον κόσμο γύρω του με ένα ζεστό, ακατανίκητο φως.

Μου λείπει αυτός ο εαυτός μου. Ξέρεις ποιον λέω, αυτόν που προσπαθώ (ακόμη) με λύσσα να ξεθάψω για τα μάτια σου μόνο.  Μέχρι να έρθει μια στιγμή, μια ένδοξη, λαμπερή, οσκαρική στιγμή, που αυτός ο εαυτός θα έρθει για να μείνει. Όχι, όμως, για σένα πια, αλλά για μένα.

Αυτά είχα να σου πω. Ήδη μου λείπεις. Άντε στο διάολο τώρα.