Η ιστορία ξεκινά από την Τεργέστη, μια μικρή πόλη της Ιταλίας, όπου γνωρίζουμε και την ηρωίδα τη Μαρίνα, η οποία είναι κόρη ναυτικού και μεγαλώνει με την μητέρα της. Ο πατέρας είναι απών λόγω των ταξιδιών και στην τελευταία του επίσκεψη υπόσχεται στην μικρή του κόρη ότι στο επόμενό του ταξίδι θα την πάρει μαζί του στο ταξίδι του στην Αφρική. Αυτό βέβαια δεν έγινε ποτέ, αφού μετά από λίγο καιρό ο ίδιος πνίγηκε σε ένα ναυάγιο. Από αυτή τη στιγμή, όλα αλλάζουν στη ζωή της και έρχονται τα πάνω κάτω. Η μητέρα της γίνεται σ3ξεργάτρια και χρησιμοποιεί το σπίτι για να δέχεται τους πελάτες.

Η Μαρίνα αποκτά μια αρνητική εικόνα για τη σ3ξουαλική ζωή εξαιτίας της μητέρας της, ενώ ταυτόχρονα η ίδια είναι πολύ παθιασμένη και προσπαθεί μάταια-βέβαια-να ανακαλύψει το κομμάτι του έρωτα και της ευχαρίστησης. Αποφασίζει λοιπόν να σπουδάσει αρχαία ελληνική γραμματεία και μάλιστα αποκτά και διδακτορικό δίπλωμα. Έπειτα από λίγα χρόνια χάνει και την μητέρα της και αφού πλέον δεν έχει τίποτα να την κρατάει στην Τεργέστη αποφασίζει να φύγει για το Παρίσι. Η ζωή όμως είχε άλλα σχέδια, αφού κάπως τυχαία συνδέεται με την Ελλάδα και γνωρίζει τον Γιάννη, τον καπετάνιο του πλοίου «Χίμαιρα» και η μοίρα την οδηγεί στη Σύρο, τόπο καταγωγής του ίδιου και κάπως έτσι ξετυλίγεται το κουβάρι.

Η ιστορία έχει αρκετές αναδρομές στο παρελθόν, με τρόπο όμως που δεν κουράζει το θεατή. Σκηνοθετικά οι εναλλαγές γίνονται τις σωστές στιγμές, έτσι ώστε να μάθουμε τις απαραίτητες πληροφορίες για το παρελθόν της πρωταγωνίστριας. Σε ορισμένα σημαία η ίδια η Peluso λέει φωναχτά τις σκέψεις της, ενώ εμείς παρακολουθούμε τις ανάλογες σκηνές. Θα περίμενε κανείς η αφήγηση να γίνεται κουραστική, ωστόσο είναι περιεκτική και περιορίζεται μόνο σε όσες σκηνές απαιτείται για να μπορούμε να κατανοήσουμε κάποιες συμπεριφορές της Μαρίνας, οι οποίες είναι φαινομενικά απρόβλεπτες. Επίσης, λειτουργούν και ως ένα ψυχογράφημα, αν μπορούμε να το θέσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η σκηνοθεσία είναι άρτια, καθώς η ιστορία ρέει όσο πρέπει για αρχή, αφού δίνεται στο θεατή μια πρώτη γεύση για το τι θα επακολουθήσει, κατατοπίζοντας τον και χωρίς όμως να κάνει κοιλιά.

Πρόκειται για μια ελληνοϊταλική συμπαραγωγή. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στη Σύρο, στην Αθήνα, αλλά και στην Τεργέστη. Η παραγωγή και η διεύθυνση φωτογραφίας έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά, καθώς μας μεταφέρουν πραγματικά στη δεκαετία του 1930 και τα πλάνα είναι σαν να έχουν βγει από καρτ ποστάλ. Το σενάριο υπογράφει ο Παναγιώτης Ιωσιφέλης και τη σκηνοθεσία ο Βαρδής Μαρινάκης.

Το υπερπληθές καστ απαρτίζεται από Έλληνες και Ιταλούς ηθοποιούς. Η  Fotini Peluso ενσαρκώνει με απίστευτη μαεστρία τη Μαρίνα και μας μεταδίδει κατευθείαν τα συναισθήματα και τις πιο βαθιές και σκοτεινές σκέψεις της ηρωίδας που υποδύεται, σκιαγραφώντας από τα πρώτα κιόλας επεισόδια το χαρακτήρα. Η μητέρα της Μαρίνας που υποδύεται η Ιταλίδα Valentina Cervi προς έκπληξη μας δεν μας κάνει να μισήσουμε το χαρακτήρα, αλλά μας προτρέπει να δούμε και τη δική της οπτική σε όλη αυτή την κατάσταση που βιώνει και πώς το πάθος της την οδήγησε να αποξενωθεί με την ίδια της την κόρη. Τι να πούμε για τον «κλασικό» πλέον πρωταγωνιστή σε σειρές εποχής Ανδρέα Κωνσαντίνου, του οποίου ο ρόλος του Γιάννη του ταιριάζει γάντι.

Η «Μεγάλη Χίμαιρα» δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχες ξένες παραγωγές και χωρίς καμία υπερβολή είναι μια σειρά διεθνών προδιαγραφών από όλες τις απόψεις. Η σειρά θα ξεκινήσει να προβάλλεται τηλεοπτικά από την Κυριακή 4 Ιανουαρίου, στις 22:00, επομένως αν δεν προλάβεις να δεις τα δύο πρώτα επεισόδια θα έχεις την ευκαιρία σε λίγες μέρες. Πολύ δυνατό ξεκίνημα, που μας κάνει να αδημονούμε για τη συνέχεια. Μήπως η «Μεγάλη Χείμαιρα» είναι τελικά η μεγάλη έκπληξη της χρονιάς;

Συντάκτης: Μαρία Μωραΐτη
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη