Κάθε Ιανουάριο έχουμε τα ίδια. New year, new me, στόχοι, λίστες, ελπίδες για μια νέα αρχή. Και ανάμεσα σε δίαιτες που δεν κρατάνε, γυμναστήρια που γεμίζουν για τρεις εβδομάδες και αποφάσεις που γράφονται βιαστικά σε σημειωματάκια, πείθουμε τον εαυτό μας πως, αλλάζοντας χρονιά, αλλάζουμε και ζωή. Σαν να φταίει το ημερολόγιο για όλα όσα δεν πήγαν καλά. Σαν να αρκεί μια αλλαγή αριθμού για να γίνουμε άλλοι άνθρωποι. Η αλήθεια, όμως, είναι λίγο άβολη. Και λιγότερο ρομαντική.

Το να ξεκινάς πραγματικά από την αρχή δεν έχει καμία σχέση με ημερομηνίες. Δε συμβαίνει επειδή χτύπησε δώδεκα, ούτε επειδή έσβησες κεράκια ή φόρεσες κάτι κόκκινο για το καλό. Συμβαίνει συνήθως άχαρα και σε φάσεις που δεν μοιάζουν καθόλου με restart. Περισσότερο μοιάζουν με κατάρρευση. Γιατί μια πραγματική αρχή δεν έρχεται όταν είσαι γεμάτος κίνητρο. Έρχεται όταν έχεις κουραστεί να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου.

Δεν είναι η στιγμή που λες «φέτος θα τα κάνω όλα σωστά». Είναι η στιγμή που λες «έτσι όπως πάω, δεν αντέχω άλλο». Εκεί που κάτι μέσα σου σπάει ύπουλα. Όταν συνειδητοποιείς ότι επαναλαμβάνεις τα ίδια μοτίβα, τις ίδιες λάθος επιλογές, τις ίδιες σχέσεις που σε βαλτώνουν, τις ίδιες δουλειές που σε αδειάζουν. Και δεν έχει πια σημασία αν είναι Ιανουάριος ή Ιούλιος. Σημασία έχει ότι κάτι δεν πάει άλλο. Το ημερολόγιο αλλάζει χωρίς να σε ρωτήσει. Η ζωή, όμως, όχι.

Μια ψεύτικη αρχή είναι εύκολη. Τη λες παντού. Την ανεβάζεις. Τη διακηρύσσεις. Είναι γεμάτη μεγάλα λόγια και μικρή αντοχή. Βασίζεται στο «από Δευτέρα» και στο «από του χρόνου». Δεν απαιτεί τίποτα, πέρα από λίγη αισιοδοξία και καλή πρόθεση. Μια αληθινή αρχή, αντίθετα, πονάει. Γιατί ξεκινάει με παραδοχή. Με το να κοιτάξεις κατάματα τις επιλογές σου και να πεις «μέχρι εδώ έφτασα με αυτά που έκανα». Χωρίς δικαιολογίες. Χωρίς να φταίνε πάντα οι άλλοι, οι συνθήκες, η τύχη, το σύμπαν. Δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς ότι, σε κάποιο βαθμό, συμμετείχες κι εσύ στο χάος σου. Και δεν έχει τίποτα το ποιητικό αυτό.

Το να ξεκινάς από την αρχή σημαίνει πρώτα να αφήνεις πίσω. Όχι μόνο ανθρώπους, αλλά εκδοχές του εαυτού σου. Τον εαυτό που συμβιβάστηκε. Τον εαυτό που έμεινε από φόβο. Τον εαυτό που έκανε ότι δεν καταλαβαίνει για να μην αλλάξει. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι, γιατί όσο κι αν μας πλήγωσαν αυτές οι εκδοχές, ήταν γνώριμες. Ήταν ασφαλείς με έναν περίεργο τρόπο. Οι περισσότερες αλλαγές αποτυγχάνουν όχι επειδή δεν προσπαθήσαμε αρκετά, αλλά επειδή δεν αντέξαμε το κενό ανάμεσα στο πριν και στο μετά. Εκείνη την περίοδο που δεν είσαι πια αυτός που ήσουν, αλλά δεν έχεις γίνει ακόμα αυτός που θες. Εκεί που όλα είναι αβέβαια, χωρίς χειροκρότημα, χωρίς επιβεβαίωση. Εκεί οι περισσότεροι γυρνάνε πίσω. Γιατί το ξεκίνημα από την αρχή δεν έχει φίλτρο. Δεν έχει χειροκρότημα. Δεν έχει story. Έχει σιωπή. Έχει μοναξιά. Έχει στιγμές που αναρωτιέσαι αν έκανες λάθος, αν υπερέβαλες, αν έπρεπε απλώς να αντέξεις λίγο ακόμα. Και αυτές οι σκέψεις είναι το τίμημα της αλλαγής.

Μια νέα αρχή δεν σημαίνει ότι όλα γίνονται ξαφνικά εύκολα. Σημαίνει ότι διαλέγεις συνειδητά να δυσκολευτείς αλλιώς. Να κουραστείς για κάτι που σε πάει μπροστά, όχι για να μείνεις στάσιμος. Να πονέσεις γιατί εξελίσσεσαι, όχι γιατί επαναλαμβάνεσαι. Και όχι, δεν έρχεται με σαφήνεια. Δεν ξυπνάς ένα πρωί σίγουρος. Ξυπνάς απλώς λίγο πιο ειλικρινής. Λίγο πιο αποφασισμένος να μην προδώσεις ξανά τον εαυτό σου. Να μην κάνεις άλλη μια χρονιά υπομονή.

Το πιο ειρωνικό είναι ότι οι πιο μεγάλες αρχές ξεκινούν όταν δεν έχεις καμία διάθεση να τις γιορτάσεις. Όταν δεν νιώθεις δυνατός, αλλά κουρασμένος. Όταν δεν έχεις απαντήσεις, αλλά έχεις βαρεθεί τις ίδιες ερωτήσεις. Εκεί γεννιέται κάτι καινούριο, όχι εντυπωσιακό, αλλά αληθινό.

Και ίσως αυτό είναι τελικά το νόημα. Όχι να αλλάζεις χρονιά με ελπίδα, αλλά να αλλάζεις ζωή με επίγνωση. Να μην περιμένεις το επόμενο ημερολόγιο για να σώσεις τον εαυτό σου. Να ξεκινάς από την αρχή όταν καταλαβαίνεις ότι δεν αντέχεις να συνεχίσεις το ίδιο αφήγημα. Γιατί μια νέα χρονιά θα έρθει έτσι κι αλλιώς. Το θέμα είναι αν εσύ θα έρθεις διαφορετικός.

Συντάκτης: Ιόλη Ντόκου