Σίγουρα έχεις ακούσει κάποια στιγμή από κάποιον φίλο, γονέα, από ανθρώπους που πιστεύουν πως μιλούν με σοφία εμπειρίας την ατάκα «Έτσι είναι μωρέ οι σχέσεις». Συνήθως τη λένε όταν κάποιος πληγώνεται, όταν εμφανίζονται συμπεριφορές που δημιουργούν αμφιβολία ή φθορά. Και με αυτόν τον τρόπο, μέσα σε πέντε λέξεις, ο πόνος βαφτίζεται φυσιολογικός και η δυσλειτουργία γίνεται αναμενόμενη.
Το θέμα δεν είναι ότι οι σχέσεις είναι εύκολες. Δεν είναι. Το θέμα είναι ότι αυτή η φράση συχνά μας μαθαίνει να αντέχουμε πράγματα που δε θα έπρεπε. Μας εκπαιδεύει να συμβιβαζόμαστε με το λάθος, να το δικαιολογούμε, μέχρι που χάνουμε την ικανότητα να αναγνωρίζουμε τι πραγματικά αξίζουμε. Οι σχέσεις, πράγματι, έχουν δυσκολίες. Έχουν διαφωνίες, κρίσεις, περιόδους απόστασης. Όμως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη δυσκολία και στη δυσλειτουργία. Όταν ακούμε συνεχώς ότι «έτσι είναι οι σχέσεις», αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι η ζήλια, η έλλειψη σεβασμού ή η συναισθηματική αδιαφορία είναι κομμάτι του πακέτου.
Και έτσι, το άτομο που ακούει συνεχώς ειρωνικά σχόλια για την εμφάνισή του μπορεί να πείσει τον εαυτό του ότι «μάλλον όλοι έτσι πειράζουν». Ο άνθρωπος που ζητά επικοινωνία και αντί αυτού παίρνει σιωπή, μπορεί να καταλήξει να σκέφτεται ότι κάποιοι άνθρωποι δεν είναι εκφραστικοί. Και χωρίς να το καταλάβουμε, το λάθος γίνεται κανονικότητα. Η κανονικοποίηση του πόνου έρχεται σταδιακά, μέσα από μικρές υποχωρήσεις. Σήμερα συγχωρείς μια συμπεριφορά που σε ενόχλησε. Αύριο ανέχεσαι μια επανάληψη. Μεθαύριο σταματάς να μιλάς γι’ αυτό. Και κάποια στιγμή δεν θυμάσαι καν ότι σε ενοχλούσε.
Από μικροί μεγαλώνουμε με ιστορίες που εξιδανικεύουν τη θυσία στις σχέσεις. Ταινίες, τραγούδια, αφηγήσεις που παρουσιάζουν την αγάπη ως κάτι που απαιτεί να αντέχεις, να περιμένεις, να συγχωρείς ξανά και ξανά. Η υπομονή παρουσιάζεται ως απόδειξη αγάπης και όχι ως πιθανή αυτοπαραμέληση. Ιδιαίτερα οι γυναίκες συχνά εκπαιδεύονται να κρατούν τη σχέση. Να είναι εκείνες που θα καταλάβουν, που θα συγχωρήσουν, που θα προσπαθήσουν περισσότερο. Αν μια σχέση δεν πάει καλά, πολλές φορές νιώθουν πως απέτυχαν, αντί να αναρωτηθούν αν απλώς βρίσκονταν σε ένα περιβάλλον που δεν τις σεβόταν. Αντίστοιχα, πολλοί άντρες μεγαλώνουν με την ιδέα ότι η συναισθηματική αποστασιοποίηση είναι φυσιολογική ή ότι η δυσκολία στην επικοινωνία είναι χαρακτηριστικό του φύλου τους. Έτσι, και οι δύο πλευρές εγκλωβίζονται σε ρόλους που απλά συντηρούν το πρόβλημα.
Ένας από τους μεγαλύτερους λόγους που όλο αυτό γίνεται αποδεκτό είναι ο φόβος της μοναξιάς. Όταν κάποιος φοβάται ότι θα μείνει μόνος, είναι πολύ πιο πιθανό να ανεχτεί συμπεριφορές που τον πληγώνουν. Η μοναξιά συχνά παρουσιάζεται ως αποτυχία. Σαν κάτι που πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία. Έτσι, πολλοί άνθρωποι προτιμούν να βρίσκονται σε μια σχέση που τους φθείρει παρά να αντιμετωπίσουν την αβεβαιότητα του να είναι μόνοι. Και εκεί, η φράση «καμία σχέση δεν είναι τέλεια» γίνεται άλλοθι για να συνεχίζεται μια κατάσταση που απέχει πολύ από το υγιές.
Υπάρχει ωστόσο μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στη διάθεση να παλέψεις για μια σχέση και στην εγκατάλειψη του εαυτού σου. Το να αντέχεις δεν είναι πάντα ένδειξη δύναμης. Μερικές φορές είναι ένδειξη ότι έχεις ξεχάσει τα όριά σου. Όταν κάποιος αρχίζει να δικαιολογεί συνεχώς τον άλλον, να μειώνει τις ανάγκες του, να αποφεύγει να εκφράσει τι τον πληγώνει για να μη δημιουργηθεί ένταση, τότε η σχέση παύει να είναι χώρος ασφάλειας. Γίνεται χώρος επιβίωσης. Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι αυτή η διαδικασία γίνεται σιωπηλά. Δεν υπάρχει πάντα ένα μεγάλο γεγονός που θα σε ταρακουνήσει. Υπάρχει μια αργή διάβρωση της αυτοεκτίμησης, μέχρι που αρχίζεις να πιστεύεις ότι ζητάς πολλά, ότι είσαι υπερβολικός, ότι έτσι είναι για όλους.
Μια υγιής σχέση δεν σημαίνει απουσία προβλημάτων. Σημαίνει παρουσία σεβασμού. Σημαίνει ότι και οι δύο μπορούν να μιλήσουν, να ακουστούν, να κάνουν λάθη και να τα διορθώσουν. Σημαίνει ότι υπάρχει προσπάθεια και από τις δύο πλευρές. Όταν όμως η ευθύνη για τη διατήρηση της σχέσης πέφτει μόνο στον έναν, όταν η επικοινωνία γίνεται μονόλογος ή όταν ο ένας προσπαθεί συνεχώς να αποδείξει την αξία του, τότε δεν μιλάμε για σχέση. Μιλάμε για ανισορροπία. Το «μαζί» περιέχει συνεργασία.
Το πρώτο βήμα που μπορούμε να κάνουμε είναι να αμφισβητήσουμε τη φράση που τόσο εύκολα αποδεχόμαστε. Όχι, δεν είναι όλες οι συμπεριφορές φυσιολογικές. Το δεύτερο βήμα είναι να ακούσουμε τον εαυτό μας. Το σώμα και το συναίσθημα συνήθως ξέρουν πριν από τη λογική. Αν νιώθεις διαρκώς άγχος, αν φοβάσαι να εκφραστείς, αν αισθάνεσαι ότι πρέπει να προσέχεις κάθε λέξη ή αντίδραση, αυτά είναι σημάδια που δεν πρέπει να αγνοούνται. Το τρίτο βήμα είναι να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει αγάπη. Αγάπη δεν είναι μόνο το συναίσθημα. Είναι και η συμπεριφορά. Είναι ο τρόπος που κάποιος σου μιλάει, σε αντιμετωπίζει, σέβεται τα όριά σου.
Μπορεί το πιο δύσκολο κομμάτι να είναι να παραδεχτούμε ότι πολλές φορές μένουμε σε καταστάσεις που μας πληγώνουν γιατί ελπίζουμε ότι θα αλλάξουν. Η ελπίδα είναι όμορφο συναίσθημα, αλλά όταν δεν συνοδεύεται από πράξεις, μπορεί να γίνει παγίδα. Το να φύγεις από κάτι που δεν σε σέβεται δεν είναι μια αποτυχία. Είναι μια πράξη αυτοσεβασμού. Το να διεκδικήσεις καλύτερη συμπεριφορά δεν είναι εγωισμός. Είναι ένα υγιές όριο.
Ίσως τώρα στη δική μας γενιά ήρθε η στιγμή να το αλλάξουμε όλο αυτό με κάτι πιο αληθινό. Οι σχέσεις ναι μεν έχουν δυσκολίες, αλλά δεν χρειάζεται να έχουν μόνιμο πόνο. Οι σχέσεις θέλουν προσπάθεια, αλλά όχι αυτοθυσία. Οι σχέσεις απαιτούν συμβιβασμούς, όχι όμως απώλεια ταυτότητας. Γιατί το πιο επικίνδυνο δεν είναι να πληγωθούμε από έναν άνθρωπο. Είναι να μάθουμε να θεωρούμε τον πόνο φυσιολογικό. Και όταν αυτό συμβεί, δεν χάνουμε απλώς μια καλή σχέση. Ρισκάρουμε να χάσουμε τη σχέση με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Και αυτή είναι η σχέση που δεν πρέπει να μάθουμε ποτέ να αντέχουμε λάθος.
