Πόσες φορές έχεις κάτσει να κοιτάς το ταβάνι μετά από έναν καβγά; Σε μια σιωπή που είναι βαριά από τη μία και από την άλλη σε κάνει να σκέφτεσαι όσα ειπώθηκαν; Δεν είναι η ήρεμη σιωπή της αποφόρτισης, είναι εκείνη που κάνει το στομάχι σου κόμπο, που σε κάνει να κοιτάς το κινητό συνέχεια και που σε βάζει σε σκέψεις. Η σιωπή μετά από σύγκρουση είναι από τα πιο παρεξηγημένα κομμάτια μιας σχέσης. Γιατί μπορεί να είναι πράξη αυτοπροστασίας, αλλά μπορεί να γίνει και όπλο ελέγχου. Και η διαφορά τους δε φαίνεται πάντα με την πρώτη.

Οι άνθρωποι δεν αντιδρούν όλοι το ίδιο στη σύγκρουση. Άλλοι θέλουν να μιλήσουν αμέσως, να λύσουν, να ξεμπερδέψουν. Άλλοι κλείνονται, αποσύρονται, χρειάζονται χρόνο για να βάλουν τις σκέψεις τους σε σειρά και να επανέλθουν με τα σωστά λόγια, ώστε να αποφευχθεί όσο γίνεται η ένταση.

Σύμφωνα με την ψυχολογία, η σιωπή συχνά ενεργοποιείται ως μηχανισμός άμυνας. Όταν το νευρικό σύστημα βρίσκεται σε υπερένταση, ο εγκέφαλος επιλέγει να παγώσει αντί να συγκρουστεί. Δεν είναι πάντα κακή πρόθεση. Μπορεί να είναι φόβος, αδυναμία διαχείρισης συναισθημάτων ή ανάγκη αποφόρτισης. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η σιωπή δεν εξηγείται, δεν έχει όρια και δεν οδηγεί πουθενά.

Η σιωπή μπορεί να είναι υγιές όριο όταν λέγεται ξεκάθαρα, όταν έχει συγκεκριμένη διάρκεια και δεν αφήνει να μαντεύεις. Δε συνοδεύεται από passive aggressive συμπεριφορές. Και, το κυριότερο, δεν έχει στόχο να πονέσει τον άλλον, αλλά να προστατεύσει εσένα. Το όριο δεν είναι τιμωρητικό. Είναι δήλωση ευθύνης. Σε αυτή την περίπτωση, η σιωπή λειτουργεί σαν παύση. Σαν ανάσα. Και συνήθως ακολουθείται από επανασύνδεση, συζήτηση, επεξήγηση. Δεν αφήνει τον άλλον στο σκοτάδι.

Από την άλλη, η σιωπή γίνεται τοξική όταν δεν εξηγείται ποτέ, διαρκεί μέρες. Συνοδεύεται από απόσταση, ψυχρότητα, αδιαφορία. Χρησιμοποιείται για να μαλακώσει ο άλλος και σου δημιουργεί ενοχή αντί για κατανόηση. Εδώ δε μιλάμε για όριο. Μιλάμε για silent treatment. Μια μορφή συναισθηματικής απόσυρσης που λειτουργεί σαν έμμεση τιμωρία. Το μήνυμα δεν είναι «χρειάζομαι χρόνο», αλλά «θα πονέσεις μέχρι να καταλάβεις». Και αυτό πονάει βαθιά, γιατί ενεργοποιεί τον φόβο εγκατάλειψης. Ο άνθρωπος που μένει στη σιωπή αρχίζει να αμφισβητεί τον εαυτό του. Κάπως έτσι, η σιωπή γίνεται μέσο ελέγχου.

Η παρατεταμένη σιωπή δε λύνει τίποτα. Αντίθετα, δημιουργεί απόσταση, ανασφάλεια και ρωγμές στην εμπιστοσύνη. Οι σχέσεις δεν χαλάνε μόνο από φωνές. Χαλάνε και από αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Έρευνες δείχνουν ότι η συναισθηματική απόσυρση μετά από σύγκρουση συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους, χαμηλότερη ικανοποίηση στη σχέση και σταδιακή αποσύνδεση. Ο άλλος δε νιώθει απλώς θυμό, νιώθει αόρατος. Και το να νιώθεις αόρατος σε μια σχέση πονάει περισσότερο από τον καβγά.

Πώς ξεχωρίζεις όμως το όριο από την τιμωρία;

Ρώτα τον εαυτό σου αν ξέρεις γιατί δε σου μιλάει, αν σου έχει δοθεί έστω ένα ασαφές χρονικό πλαίσιο, αν υπάρχει πραγματική διάθεση επανασύνδεσης ή αν απλώς μένεις μόνος με την αγωνία σου. Το πιο σημαντικό όμως είναι το πώς σε κάνει να νιώθεις όλο αυτό: σεβασμό ή φόβο; Γιατί το όριο, ακόμα κι όταν πονάει, σε αφήνει πιο ήρεμο, πιο σταθερό μέσα σου, με την αίσθηση ότι όλα θα λυθούν όταν έρθει η ώρα. Η τιμωρία, αντίθετα, σε κάνει να μικραίνεις, να αμφισβητείς τον εαυτό σου και να προσπαθείς να χωρέσεις για να τελειώσει η σιωπή.

Και τι κάνεις όταν είσαι στην απέναντι πλευρά;

Αν εσύ είσαι αυτός που σωπαίνει, αξίζει να σταθείς για λίγο και να αναρωτηθείς αν η σιωπή σου λειτουργεί ως προστασία ή ως τρόπος να πληγώσεις τον άλλον, αν είναι δηλαδή ανάγκη ή στρατηγική. Αν, από την άλλη, είσαι εκείνος που βιώνει τη σιωπή, έχεις δικαίωμα να ζητήσεις ξεκάθαρη επικοινωνία χωρίς να παρακαλέσεις και χωρίς να απολογηθείς μόνο και μόνο για να τελειώσει η απόσταση. Το να ζητάς να σου μιλήσουν με σεβασμό δεν είναι αδυναμία, είναι όριο. Μια φράση όπως «καταλαβαίνω ότι χρειάζεσαι χρόνο, αλλά η σιωπή χωρίς εξήγηση με πληγώνει» δεν είναι επίθεση, είναι διεκδίκηση χώρου, αξιοπρέπειας και συναισθηματικής ασφάλειας.

Στις υγιείς σχέσεις, η σιωπή δεν είναι απειλή. Είναι στάση για να μη ανοίξουν πληγές. Και πάντα ακολουθείται από λόγο, από εξήγηση, από προσπάθεια. Γιατί στο τέλος της ημέρας, δε θέλουμε να κερδίσουμε τον καβγά. Θέλουμε να μη χάσουμε ο ένας τον άλλον μέσα από αυτόν. Και αυτό δε γίνεται με σιωπές που πονάνε. Γίνεται με λόγια που, έστω και δύσκολα, λέγονται.

Συντάκτης: Ιόλη Ντόκου