Κάποτε είχα πολλή έντονη κοινωνική ζωή, πλέον έχω κοινωνικό άγχος. Και όχι, δεν έγινε επειδή ξύπνησα μια μέρα πιο φοβική ή λιγότερο κοινωνική. Έγινε επειδή για χρόνια έσπρωχνα τον εαυτό μου πιο πέρα απ’ όσο άντεχε και κάποια στιγμή το σώμα τράβηξε χειρόφρενο.

Το κοινωνικό άγχος έσκασε κάποια στιγμή ήσυχα, ύπουλα και  σχεδόν λογικά. Στην αρχή ήταν απλώς μια κόπωση. Μετά μια απροθυμία. Μετά μια εσωτερική ένταση πριν από κάθε κοινωνική υποχρέωση. Και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβω, αρχίζα να οργανώνω τη ζωή μου γύρω από το πόσο αντέχω και  όχι γύρω από το τι θέλω. Και το χειρότερο; Αρχίζα να το δικαιολογώ. Έλεγα “ετσι είναι τωρα, μεγάλωσα γι αυτά”, “φάση είναι, θα μου περάσει”. Μέχρι που συνειδητοποιήσα ότι δεν πρόκειται για φάση. Πρόκειται για σήμα κινδύνου.

Το κοινωνικό άγχος δε σημαίνει ότι φοβάσαι τους ανθρώπους. Σημαίνει ότι φοβάσαι την εξάντληση που φέρνει η επαφή όταν έχεις μάθει να δίνεις περισσότερα απ’ όσα έχεις. Σημαίνει ότι το μυαλό σου στήνει σενάρια γιατί το σώμα σου έχει κουραστεί να σε κουβαλάει χωρίς ανάσα. Δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα. Είναι αποτέλεσμα υπερπροσπάθειας. Υπάρχει ένα μεγάλο ψέμα γύρω από την κοινωνικότητα, ότι είναι πάντα χαρά, ενέργεια και σύνδεση. Έλα όμως που δεν είναι. Είναι και διαθεσιμότητα. Είναι και έκθεση. Είναι και το να είσαι παρών ακόμα κι όταν δεν έχεις τίποτα άλλο να δώσεις. Όταν αυτό γίνεται μόνιμη κατάσταση, δε σε κάνει πιο ανοιχτό άνθρωπο. Σε κάνει πιο άδειο.

Το κοινωνικό άγχος μοιάζει συχνά με εσωτερικό έλεγχο. Παρατηρείς τον εαυτό σου ενώ μιλάς. Κρίνεις τον τόνο σου. Ζυγίζεις τις λέξεις σου. Αναρωτιέσαι αν φαίνεσαι βαρετός, απόμακρος, υπερβολικός. Δεν είσαι μέσα στη στιγμή, είσαι θεατής του εαυτού σου. Και αυτό από μόνο του όπως και να το κάνεις  είναι εξαντλητικό. Αν το ζεις, ξέρεις πόσο μοναχικό μπορεί να είναι. Γιατί απέξω φαίνεσαι λειτουργικός. Κάνεις τη δουλειά σου, μιλάς, γελάς, εμφανίζεσαι. Κανείς δε βλέπει το κόστος. Κανείς δε βλέπει ότι για να πας για έναν καφέ χρειάστηκε να δώσεις μάχη με το “δεν αντέχω” και το “πρέπει”. Ούτε πως ήλπιζες να ακυρωθεί τελευταία στιγμή για να νιώσεις την χαρά της ανακούφισης.

Κι εδώ θέλω να σταθώ σε κάτι ξεκάθαρα: το κοινωνικό άγχος δε θεραπεύεται με προτροπές. Δεν φεύγει επειδή κάποιος σου είπε χαλάρωσε. Δε μικραίνει επειδή όλοι έτσι νιώθουμε καμιά φορά. Αυτές οι φράσεις δε βοηθούν. Σβήνουν την εμπειρία σου. Αν θέλεις πραγματικά να βοηθήσεις έναν άνθρωπο με κοινωνικό άγχος, είτε  φίλο, είτε συνεργάτη, είτε σύντροφο, μην τον σπρώξεις. Μην τον τραβήξεις προς τα έξω. Στάσου δίπλα του. Δώσε του την ασφάλεια ότι δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Ότι δε θα σε απογοητεύσει αν φύγει νωρίς. Ότι δεν είναι περίεργος  αν δε μιλήσει. Αυτό από μόνο του το χαλαρώνει περισσότερο απ’ ό,τι φαντάζεσαι.

Στον επαγγελματικό χώρο, το κοινωνικό άγχος συχνά παρερμηνεύεται ως έλλειψη αυτοπεποίθησης ή κοινωνικών δεξιοτήτων. Λάθος. Πολλοί άνθρωποι με κοινωνικό άγχος είναι εξαιρετικά παρατηρητικοί, συνεπείς και συνειδητοποιημένοι. Απλώς δεν αντέχουν το θέατρο. Δεν αντέχουν την υποχρεωτική κοινωνικότητα. Δεν αντέχουν να παίζουν ρόλους για να γίνουν αρεστοί.

Και αν το βιώνεις και εσύ, ίσως ήρθε η στιγμή να σταματήσεις να προσπαθείς να σε διορθώσεις. Δεν χρειάζεσαι διόρθωση. Χρειάζεσαι επαναδιαπραγμάτευση με τον εαυτό σου. Να δεις πού εξαντλήθηκες. Πού αγνόησες τα όριά σου. Πού έμαθες να είσαι παρών για όλους εκτός από σένα. Το κοινωνικό άγχος δεν σου πήρε τη φωνή. Σου έδειξε ότι την είχες δώσει απλόχερα. Δεν σε έκανε λιγότερο κοινωνικό. Σε ανάγκασε να γίνεις πιο επιλεκτικός. Και αυτό δεν είναι υποχώρηση. Σημαίνει πως ωριμάζεις.

Ίσως λοιπόν το ζητούμενο δεν είναι να ξαναγίνεις όπως πριν. Ίσως το ζητούμενο είναι να γίνεις εσύ  χωρίς να εξαντλείσαι για να χωρέσεις. Και αυτό, όσο άβολο κι αν είναι, είναι πράξη δύναμης. Γιατί δεν είμαστε αντικοινωνικοί. Είμαστε άνθρωποι που κουράστηκαν να υπερεξηγούν, να υπερπροσπαθούν και να υπεραποδίδουν κοινωνικά. Και διαλέγουμε, επιτέλους, την ουσία

Συντάκτης: Ιόλη Ντόκου