Υπάρχουν ραντεβού που τελειώνουν απλά. Δηλαδή, πας για ένα ποτό, λες δύο ιστορίες, γελάτε λίγο, ανταλλάσσετε ένα «θα τα ξαναπούμε» και η ζωή συνεχίζεται κανονικά. Από την άλλη, υπάρχουν και εκείνα τα ραντεβού που τελειώνουν, αλλά το μυαλό δεν έχει καμία πρόθεση να τελειώσει μαζί τους. Την επόμενη ημέρα ξυπνάς με ένα περίεργο συναίσθημα. Όχι ακριβώς χαρά, αλλά ούτε και απογοήτευση, κάτι σαν μικρή συναισθηματική ζάλη.
Το συναίσθημα αυτό περιγράφεται και μάλιστα με έναν αρκετά εύστοχο όρο: dating hangover. Δεν έχει καμία σχέση με το πόσα ποτά ήπιες, αφορά το πόση σκέψη, ένταση και προσδοκία κουβαλούσε το ραντεβού. Και όπως συμβαίνει και με το κανονικό hangover, τα συμπτώματα εμφανίζονται την επόμενη ημέρα, όταν όλα έχουν τελειώσει.
Το περίεργο είναι ότι μπορεί να συμβεί ακόμα και μετά από ένα καλό ραντεβού. Μπορεί να υπήρξε χημεία, ενδιαφέρον, ωραία συζήτηση, παρ’ όλα αυτά την επόμενη ημέρα το μυαλό αρχίζει να δουλεύει με υπερωρίες. Και εκεί εμφανίζονται τα πρώτα, πολύ χαρακτηριστικά σημάδια.
Με πρώτη και καλύτερη την υπερανάλυση. Ξαφνικά το ραντεβού μετατρέπεται σε κάτι σαν σκηνή εγκλήματος που πρέπει να αναλυθεί με κάθε λεπτομέρεια. Θυμάσαι τι ειπώθηκε, πότε και πώς ειπώθηκε. Μια φράση που χθες φαινόταν αδιάφορη, σήμερα αποκτά ύποπτο βάθος. Ένα βλέμμα που τότε πέρασε απαρατήρητο, τώρα μοιάζει να κρύβει μήνυμα.
Το μυαλό αρχίζει να παίζει replay. «Γιατί γέλασε εκεί;», «μήπως μίλησα πολύ;», «άραγε κατάλαβε τι εννοούσα;». Και όσο περνά η ώρα, το ραντεβού γίνεται όλο και πιο περίπλοκο μέσα στο κεφάλι σου, σαν να προσπαθείς να λύσεις έναν γρίφο που πιθανότατα δεν υπάρχει.
Η αλήθεια είναι ότι αυτό συμβαίνει επειδή το dating, ειδικά στην αρχή, είναι γεμάτο αβεβαιότητα. Δεν ξέρεις πώς σε είδε ο άλλος, δεν ξέρεις τι σκέφτεται μετά, και το μυαλό απεχθάνεται τα κενά, οπότε σπεύδει να τα γεμίσει μόνο του.
Δεύτερο σημάδι είναι μια περίεργη αμφιβολία για τον εαυτό σου. Εκεί που στο ραντεβού ένιωθες άνετα, την επόμενη μέρα αρχίζεις να σκέφτεσαι μήπως ήσουν «πολύ», σε όλα πολύ, πολύ ανοιχτός, πολύ ενθουσιώδης, πολύ ομιλητικός.
Ξαφνικά θυμάσαι μια ιστορία που είπες και αναρωτιέσαι αν ήταν υπερβολικά προσωπική. Θυμάσαι ένα αστείο και παράλληλα αναρωτιέσαι αν ήταν τελικά τόσο αστείο όσο νόμιζες. Σαν να περνάς τον εαυτό σου από ένα αυστηρό φίλτρο αξιολόγησης που εμφανίστηκε εκ των υστέρων.
Πίσω από αυτή τη σκέψη συνήθως κρύβεται κάτι απλό, που είναι ο φόβος ότι ίσως δείξαμε λίγο περισσότερο τον πραγματικό μας εαυτό απ’ όσο θεωρούσαμε «ασφαλές». Στο dating υπάρχει συχνά η ιδέα ότι πρέπει να κρατάμε μια ισορροπία, ούτε πολύ διαθέσιμοι, ούτε απόμακροι, ούτε σοβαροί αλλά ούτε και χαλαροί. Και αν μετά το ραντεβού αρχίζουμε να αμφιβάλουμε για το αν κρατήσαμε αυτή την ισορροπία, εμφανίζεται το μικρό συναισθηματικό hangover.
Το τρίτο σημάδι είναι ίσως το πιο ύπουλο, μα φυσικά είναι η κούραση. Όχι η σωματική, αλλά εκείνη η ήσυχη, ψυχική κόπωση που εμφανίζεται χωρίς προφανή λόγο. Σαν να έχεις ξοδέψει περισσότερη ενέργεια απ’ όση καταλάβαινες εκείνη τη στιγμή.
Γιατί, όσο χαλαρό κι αν φαίνεται ένα πρώτο ραντεβού, στην πραγματικότητα περιλαμβάνει πολλά μικρά πράγματα ταυτόχρονα. Προσπαθείς να γνωρίσεις τον άλλον, να μιλήσεις για τον εαυτό σου, να καταλάβεις αν υπάρχει ενδιαφέρον, να διαβάσεις τα σημάδια. Σαν να είναι μια μικρή κοινωνική εξίσωση που λύνεται σε πραγματικό χρόνο.
Και όταν τελειώσει, το σώμα και το μυαλό χρειάζονται λίγο χρόνο για να επιστρέψουν στην κανονικότητα. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η αίσθηση του dating hangover, μια μικρή συναισθηματική αποφόρτιση μετά από μια εμπειρία που είχε περισσότερη ένταση απ’ όσο φαινόταν.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το dating hangover δεν λέει απαραίτητα κάτι για το αν το ραντεβού ήταν καλό ή κακό. Λέει περισσότερο κάτι για το πόσο επενδύσαμε σε αυτό. Δηλαδή πόσο θέλαμε να πάει καλά, πόσο προσπαθήσαμε να είμαστε παρόντες, πόσο σκεφτήκαμε τον εαυτό μας μέσα σε εκείνη τη συνάντηση.
Ίσως, λοιπόν, το πιο χρήσιμο αντίδοτο να είναι και το πιο απλό: λίγη απόσταση. Όχι ανάλυση, όχι επανάληψη της βραδιάς σαν ταινία. Μερικές φορές το καλύτερο που μπορεί να κάνει κανείς μετά από ένα ραντεβού είναι να αφήσει την εμπειρία να ηρεμήσει μόνη της.
Γιατί τελικά το dating δεν είναι τεστ. Δεν υπάρχει σωστή απάντηση, ούτε τέλεια συμπεριφορά· είναι απλώς δύο άνθρωποι που προσπαθούν να δουν αν κάτι ανάμεσά τους μπορεί να υπάρξει. Και αυτό, όσο κι αν το αναλύσουμε την επόμενη μέρα, παραμένει πάντα λίγο απρόβλεπτο. Ίσως εκεί να κρύβεται και η γοητεία του.
