Υπάρχουν στιγμές που μια συζήτηση ανοίγει παράθυρα για κάτι πολύ βαθύτερο. Αυτό συνέβη με όσα είπε η Τζίμα για τον ιδιοκτήτη της Βιολάντα σχετικά με τα υπόγεια-φαντάσματα του χώρου. Κι ενώ με μια πρώτη ματιά μοιάζει σαν δημοσιογρφαφική κριτική, στην πραγματικότητα η ίδια η συζήτηση μοιάζει και με προειδοποίηση για το πώς αντιμετωπίζουμε κοινωνικά την ευθύνη.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων για το εργοστάσιο Βιολάντα, και την 7ωρη απολογία του ιδιοκτήτη του εργοστασίου που κατέληξε σε προφυλάκισή του, η Τζίμα έθεσε το εξής πολύ σαφές ερώτημα, μετά την τοποθέτησή του πως διευθύνει μια μεγάλη εταιρεία και δεν μπορεί να ασχολείται με τεχνικά και μηχανολογικά μέρη, καθώς γι’ αυτά υπάρχουν τεχνικοί.
«Και στα 3 εργοστάσια έχουν εντοπιστεί χώροι αδήλωτοι. Υπόγεια τα οποία ήταν φαντάσματα. Με υποδομές φαντάσματα. Ούτε με αυτό μπορούσε να ασχοληθεί; Και ποιος ασχολήθηκε τέλος πάντων».
Η επόμενη, ωστόσο, τοποθέτησή της, είναι το ζήτημα και το θέμα που θα έπρεπε κάθε δημοσιογράφος ή ενασχολούμενος με την υπόθεση Βιολάντα να θέσει.
«Υπάρχει περίπτωση να φτιάχτηκαν παράνομα, αδήλωτα υπόγεια και στα τρία εργοστάσια και να μην το ήξερε κανένας από την ιδιοκτησία;»
Διότι, στην πρώτη περίπτωση, στο να μη γνωρίζει δηλαδή, τίθεται το θέμα επάρκειας στη διοίκηση. Στην περίπτωση τώρα του να γνωρίζει, είναι προφανές ότι μιλάμε για εγκληματική αμέλεια. Κι όταν η κεφαλή μιας τεράστιας βιομηχανίας που αυτή τη στιγμή μετρά νεκρούς εργαζομένους, λέει στην απολογία της ότι δεν μπορεί να έχει επίβλεψη του χώρου που εξ ορισμού βρίσκεται υπό την επίβλεψή του, τι μας δείχνει αυτό για την ποιότητα της εργασίας, τους κανόνες ασφαλείας, τα πρωτόκολλα;
Στο τέλος, η κουβέντα για τα “υπόγεια φαντάσματα” της Βιολάντα δεν είναι απλά μια συζήτηση γύρω από μια δημοσιογράφο που κάνει εξαιρειτκά τη δουλειά της και ρωτάει τα αυτονόητα. Και η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο μια εταιρεία ή ένα αρμόδιο πρόσωπο. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο έχουμε συνηθίσει να λειτουργούμε ως κοινωνία με ζώνες ευθύνης που θολώνουν, με αρμοδιότητες που μετακινούνται διαρκώς προς τα κάτω, μέχρι που τελικά κανείς δε φταίει πραγματικά, κανείς δε γνωρίζει και κανείς δεν οφείλει να γνωρίζει. Όμως όταν υπάρχουν νεκροί εργαζόμενοι, η ευθύνη δεν μπορεί να είναι αφηρημένη έννοια. Δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από οργανογράμματα και τίτλους θέσεων.
Το επιχείρημα «δεν γνώριζα» ίσως να επαρκεί σε μια τυπική διοικητική αστοχία. Όταν όμως πρόκειται για αδήλωτους χώρους, για εγκαταστάσεις που δεν εμφανίζονται πουθενά, τότε το ερώτημα γίνεται πιο σκληρό. Πώς είναι δυνατόν να λειτουργεί κάτι συστηματικά στο περιθώριο χωρίς να το αντιληφθεί η κορυφή; Και αν δεν το αντιλαμβάνεται, τι είδους έλεγχο ασκεί; Η διοίκηση δεν είναι μόνο δικαίωμα κέρδους είναι και υποχρέωση εποπτείας.
Γιατί όταν τα «υπόγεια» μένουν στο σκοτάδι, δεν απειλούν μόνο μια επιχείρηση, θετουν σε κίνδυνο ζωές.
