Ο Νίκος Μουτσινάς, γνωστός στο ευρύ κοινό εξαιτίας της παρουσίας του στην ελληνική τηλεόραση και το θέατρο, έχει ανοίξει πρόσφατα μια συζήτηση που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα θέματα lifestyle. Συγκεκριμένα, την πρόθεσή του να ασχοληθεί με «τις θεραπείες» και να στηρίξει ανθρώπους σε προσωπικά τους διλήμματα. Αν και από την πρώτη ανάγνωση αυτή η δήλωση μπορεί να μοιάζει με ένα ακόμη παράδειγμα μιας δημόσιας προσωπικότητας που επιχειρεί μια νέα επαγγελματική κατεύθυνση, τα ερωτήματα γύρω από τον ρόλο της πιστοποίησης, της «προσωπικής δουλειάς» και της επιστημονικής εγκυρότητας αξίζουν μια πιο προσεκτική θεώρηση.
Στη συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό ΟΚ!, ο Μουτσινάς εξηγεί ότι έχει «αποκτήσει εμπειρία από την προσωπική δουλειά με τον εαυτό του» και ότι έχει παρακολουθήσει εκπαίδευση στο NLP Greece, από όπου προκύπτει και η πιστοποίηση που αναφέρει ως βάση για να «μπορέσει να το βάλει σε εφαρμογή όλο αυτό». Η δήλωση αυτή, στοχευμένη να καταστήσει σαφές ότι υπάρχει μια μορφή εκπαίδευσης πίσω από την πρόθεσή του, δημιουργεί αυτό το λεπτό ερώτημα του τι αρκεί για να θεωρηθεί κανείς θεραπευτής.
Το πρώτο σημείο που χρειάζεται να διευκρινιστεί είναι τι εννοούμε όταν μιλάμε για «πιστοποίηση» στον χώρο των θεραπειών. Σε αντίθεση με τα επιστημονικά επαγγέλματα ψυχικής υγείας, όπως ο ψυχολόγος ή ο ψυχοθεραπευτής, τα οποία απαιτούν χρόνια πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, κλινική πρακτική και νομοθετικά κατοχυρωμένα δικαιώματα ασκήσεως επαγγέλματος. Υπάρχουν και πιο ελαστικές μορφές εκπαίδευσης, ασφαλώς, που δεν οδηγούν απαραίτητα σε επαγγελματική ιδιότητα με νομική ή επιστημονική σφραγίδα. Το NLP (Neuro-Linguistic Programming) είναι μια τέτοια προσέγγιση που, παρόλο που χρησιμοποιείται από πολλούς για προσωπική ανάπτυξη και βοήθεια, δε θεωρείται από τα επίσημα αναγνωρισμένα θεραπευτικά πλαίσια στην επιστήμη της ψυχοθεραπείας. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι χρήσιμο σε κάποιους ανθρώπους, αλλά η θέση του είναι διαφορετική από εκείνη ενός ειδικά εκπαιδευμένου ψυχολόγου ή ψυχοθεραπευτή.
Αυτό μας φέρνει στο κεντρικό ερώτημα. Κατά πόσο ή όχι είναι υποβιβασμός της επιστήμης της ψυχοθεραπείας μια πιστοποίηση που προκύπτει έτσι; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Από τη μία πλευρά, η επιστήμη της ψυχοθεραπείας διέπεται από αυστηρά κριτήρια αξιολόγησης, δεοντολογίας και επαγγελματικών προτύπων, τα οποία εξυπηρετούν την προστασία των ανθρώπων που αναζητούν υποστήριξη. Από την άλλη, η επιθυμία ενός ατόμου να βοηθήσει άλλους ή να εξερευνήσει πρακτικές προσωπικής ανάπτυξης δεν υποβιβάζει από μόνη της την αξία της ανθρώπινης πρόθεσης και εμπειρίας. Η διαφορά έγκειται στο πώς ορίζονται τα όρια, η ευθύνη και η επιστημονική τεκμηρίωση.
Στην περίπτωση του Μουτσινά, είναι σαφές ότι μιλάμε για μια αλλαγή κατεύθυνσης που βασίζεται σε προσωπική εμπειρία και κάποιας μορφής εκπαίδευση. Όχι για την επίσημη άσκηση ψυχοθεραπείας με νομική κατοχύρωση- την οποία και δε δληλωσε σαφώς ότι θέλει να ακολουθήσει. Αυτό είναι ένα ουσιαστικό σημείο που πρέπει να γίνει κατανοητό. Άλλες μορφές υποστήριξης ζωής και προσωπικής ανάπτυξης μπορεί να είναι πολύτιμες σε άτομα που δεν αντιμετωπίζουν κλινικά ζητήματα, ενώ η ψυχοθεραπεία παραμένει ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο επάγγελμα που απευθύνεται σε ανθρώπους με βαθύτερες ψυχολογικές προκλήσεις.
Ένα δεύτερο ζήτημα είναι αν η προσωπική δουλειά που έχει κάνει κάποιος με τον εαυτό του μπορεί να αντικαταστήσει μια επαγγελματική εκπαίδευση. Η απάντηση εδώ είναι ξεκάθαρη. Δηλαδή, η προσωπική εμπειρία μπορεί να είναι πηγή ενσυναίσθησης, κατανόησης και κινήτρου, αλλά δεν υποκαθιστά την εκπαίδευση που αποκτάται μέσα από μελέτη, εποπτεία και κλινική πρακτική υπό επαγγελματική καθοδήγηση. Ως εκ τούτου, είναι διαφορετικό να έχεις δουλέψει με τον εαυτό σου και άλλο να λειτουργείς επαγγελματικά ως θεραπευτής για ανθρώπους σε ανάγκη.
Συνολικά, η περίπτωση του Μουτσινά δεν πρέπει να ιδωθεί ως επίθεση στην επιστήμη της ψυχοθεραπείας, αλλά ως παράδειγμα μιας ευρύτερης κουβέντας για το πώς οι άνθρωποι επιλέγουν να μοιράζονται τις εμπειρίες τους και να αναζητούν τρόπους να βοηθήσουν άλλους. Στην εποχή της πληροφορίας και των πολλαπλών προσεγγίσεων στη φροντίδα της ψυχικής υγείας, η σαφήνεια σχετικά με τα όρια, την εκπαίδευση και την επιστημονική τεκμηρίωση γίνεται πιο σημαντική από ποτέ.
