Υπάρχει κάτι σχεδόν σουρεαλιστικό στο να ανοίγεις το κινητό σου, να βλέπεις έκτακτο δελτίο για βομβαρδισμούς και, ακριβώς από κάτω, ένα βίντεο με τίτλο «Να ακυρώσω το ταξίδι μου για Σρι Λάνκα ή θα είμαι ασφαλής;». Τα σχόλια από κάτω χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα. Υπάρχουν, οι μεν που αναφέρουν ότι «Πώς σκέφτεσαι διακοπές όταν γίνεται πόλεμος;» και οι δε που ο τρόπος σκέψης τους είναι «Η ζωή συνεχίζεται, δε θα σταματήσουμε να ζούμε». Και κάπου ανάμεσα, ένας άνθρωπος που απλώς έχει πληρώσει προκαταβολή και προσπαθεί να καταλάβει αν πρέπει να πατήσει cancel.

Το ερώτημα ακούγεται επιφανειακό, ίσως και κυνικό, είναι λογικό, εν μέσω πολέμου, να σε νοιάζει αν θα ακυρωθούν οι διακοπές σου; Ή μήπως αυτή η έγνοια είναι στην πραγματικότητα η πιο ανθρώπινη, πιο υγιής αντίδραση απέναντι σε μια παγκόσμια κρίση που κανείς «απλός» πολίτης δεν επέλεξε;

Ας ξεκινήσουμε από το βασικό ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ελέγχουν τις διεθνείς εξελίξεις. Δεν παίρνουν αποφάσεις σε στρατιωτικά συμβούλια, δε χαράσσουν εξωτερική πολιτική. Αυτό που ελέγχουν είναι η καθημερινότητά τους και μέσα σε αυτήν, οι μικρές νησίδες χαράς, ένα ταξίδι, λίγες μέρες ξεκούρασης, μια απόδραση που σχεδιάστηκε μήνες πριν. Όταν λοιπόν ξεσπά μια κρίση, το μυαλό κάνει κάτι πολύ ανθρώπινο, προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει αυτό για τη δική του ζωή. Όχι από αδιαφορία για τους άλλους, αλλά από ανάγκη σταθερότητας.

Τα social media, βέβαια, δε φημίζονται για την ψυχραιμία τους. Ένα βίντεο με απορία για το αν «είναι ασφαλές να ταξιδέψω;» μπορεί να μετατραπεί σε δημόσιο δικαστήριο ηθικής. Από τη μία, υπάρχει η άποψη ότι το να συζητάς για διακοπές όταν άνθρωποι κινδυνεύουν είναι δείγμα αποσύνδεσης. Από την άλλη, υπάρχει και η αντίληψη ότι το να συνεχίζεις τη ζωή σου,όσο μπορείς, είναι ένας τρόπος να μην αφήνεις τον φόβο να κατακτήσει κάθε σου σκέψη. Και οι δύο πλευρές έχουν ένα κομμάτι αλήθειας αλλά καμία δεν έχει το μονοπώλιο της ευαισθησίας.

Ψυχολογικά, σε περιόδους παγκόσμιας αβεβαιότητας, οι άνθρωποι στρέφονται σε ό,τι τους είναι οικείο. Η ρουτίνα και τα σχέδια λειτουργούν σαν άγκυρα. Το να σκέφτεσαι «θα πάω διακοπές τον Αύγουστο» δε σημαίνει ότι αγνοείς τον πόλεμο σημαίνει ότι προσπαθείς να κρατήσεις μια γραμμή κανονικότητας μέσα στο χάος. Είναι ένας μηχανισμός άμυνας. Και συχνά, είναι υγιής.

Από την άλλη, υπάρχει και το πρακτικό κομμάτι. Οι κρίσεις επηρεάζουν αεροπορικές συνδέσεις, οικονομία, ασφάλεια. Το να αναρωτιέσαι αν πρέπει να ακυρώσεις ένα ταξίδι δεν είναι μόνο «θέμα διάθεσης», είναι και θέμα ρεαλισμού. Κανείς δεν θέλει να βρεθεί εγκλωβισμένος σε μια περιοχή που ξαφνικά κλείνει τον εναέριο χώρο της. Οπότε η ερώτηση δεν είναι απαραίτητα εγωκεντρική είναι και μια λογική αποτίμηση ρίσκου.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι το ηθικό βάρος που φορτώνεται γύρω από αυτή τη συζήτηση. Σαν να πρέπει να αποδείξεις ότι πονάς αρκετά για να δικαιούσαι να χαμογελάσεις. Σαν να υπάρχει ένας αόρατος κανόνας που λέει ότι, αν κάπου στον κόσμο υπάρχει πόνος, εσύ οφείλεις να παγώσεις τη χαρά σου. Αλλά αν το σκεφτούμε ψύχραιμα, ο κόσμος σχεδόν πάντα κάπου πονάει. Αν περιμέναμε την απόλυτη ηρεμία για να ζήσουμε, μάλλον δεν θα ζούσαμε ποτέ.

Μήπως, λοιπόν, η πιο υγιής στάση δεν είναι ούτε η αδιαφορία ούτε η αυτοτιμωρία; Μήπως είναι κάτι πιο γειωμένο, δηλαδή να ενημερώνεσαι, να συμπονάς, να βοηθάς όπου μπορείς και ταυτόχρονα να επιτρέπεις στον εαυτό σου να συνεχίζει; Το να πας διακοπές δεν ακυρώνει την ενσυναίσθησή σου. Όπως και το να ακυρώσεις ένα ταξίδι δεν σε κάνει αυτομάτως πιο ηθικό.

Στο τέλος της ημέρας, οι λαοί σπάνια θέλουν πόλεμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν ασφάλεια, σταθερότητα και λίγες στιγμές ξεγνοιασιάς. Αν μέσα σε μια παγκόσμια κρίση, το μυαλό σου επιστρέφει στο ερώτημα «θα πάω ή όχι;», ίσως αυτό να μην είναι επιπολαιότητα. Ίσως να είναι η πιο απλή, ανθρώπινη προσπάθεια να κρατηθείς από κάτι φωτεινό όταν όλα γύρω μοιάζουν σκοτεινά.

Και ίσως τελικά, η υγιής στάση να μην είναι να ακυρώσουμε τη ζωή μας αλλά να μάθουμε να τη ζούμε με επίγνωση, ακόμα κι όταν ο κόσμος τρέμει.

Συντάκτης: Ράνια Λιάσκου