Η είδηση έφτασε σαν ακόμη ένα χτύπημα σε έναν κόσμο που μοιάζει να έχει ξεχάσει τι σημαίνει ασφαλές καταφύγιο: είκοσι νεαρές αθλήτριες βόλεϊ και ο προπονητής τους σκοτώθηκαν όταν πύραυλοι έπληξαν κλειστό γυμναστήριο στην πόλη Λαμέρντ, στο νότιο Ιράν. Σύμφωνα με ιρανικές πηγές, το πλήγμα αποδίδεται σε επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, στο πλαίσιο της ραγδαίας στρατιωτικής κλιμάκωσης που εκτυλίσσεται αυτές τις ημέρες στη Μέση Ανατολή. Οι ίδιες αναφορές κάνουν λόγο για δεκάδες τραυματίες και για ένα χτύπημα που συνέβη την ώρα προπόνησης, τη στιγμή δηλαδή που ένας χώρος αθλητισμού, πειθαρχίας και συλλογικότητας μετατράπηκε σε πεδίο θανάτου. Ακόμη κι αν οι λεπτομέρειες και οι ευθύνες αποσαφηνιστούν αργότερα , όπως συμβαίνει άλλωστε συχνά σε πολεμικές συνθήκες , το γεγονός καθαυτό δεν αλλάζει: νεαρά σώματα που εκπαιδεύονταν για αγώνα και συνεργασία βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός πολέμου που δεν διάλεξαν. Η αθλητική κοινότητα διεθνώς εξέφρασε σοκ και συλλυπητήρια, όμως η γλώσσα της θλίψης έχει αρχίσει να μοιάζει ανεπαρκής μπροστά στην επαναληπτικότητα της απώλειας.

Τα τελευταία χρόνια, και ειδικότερα τους τελευταίους μήνες , ο κόσμος παρακολουθεί μια επικίνδυνη κανονικοποίηση της β1ας. Πόλεις, σχολεία, νοσοκομεία, καταυλισμοί, τώρα και γυμναστήρια: χώροι που ορίζονται από την έννοια της προστασίας μετατρέπονται σε πιθανούς στόχους ή «παράπλευρες απώλειες». Η ίδια η φράση έχει γίνει ένας γλωσσικός μηχανισμός απονέκρωσης που πίσω της κρύβονται πρόσωπα, οικογένειες, ζωές που δεν θα συνεχιστούν. Η τραγωδία στο ιρανικό γυμναστήριο συμπυκνώνει κάτι βαθύτερο από ένα ακόμη πολεμικό επεισόδιο. Δείχνει πόσο εύθραυστη έχει γίνει η καθημερινότητα σε ολόκληρες περιοχές του πλανήτη, και πόσο μακριά μοιάζει η ιδέα ότι υπάρχουν χώροι «εκτός» σύγκρουσης. Όταν ακόμη και ο αθλητισμός, μια δραστηριότητα που παραδοσιακά συνδέεται με ειρηνική συνάντηση και διεθνή συνεργασία, γίνεται τόπος θανάτου, τότε η βία έχει διαπεράσει κάθε συμβολικό όριο.

Δεν είναι η πρώτη φορά που αθλητές σκοτώνονται σε πόλεμο. Όμως κάθε φορά που συμβαίνει, καταρρέει ξανά η αυταπάτη ότι ορισμένες σφαίρες της ζωής μπορούν να μείνουν ανέπαφες από τη γεωπολιτική αντιπαράθεση. Οι νεαρές αθλήτριες που σκοτώθηκαν δεν ήταν στρατιώτες, ούτε φορείς ισχύος. Ήταν φορείς προσδοκιών: της προσωπικής εξέλιξης, της συλλογικής προσπάθειας, της χαράς του παιχνιδιού. Ο θάνατός τους είναι μια υπενθύμιση ότι στους σύγχρονους πολέμους η διάκριση ανάμεσα σε «μέτωπο» και «κοινωνία» διαλύεται.
Στον δημόσιο λόγο, οι συγκρούσεις συχνά περιγράφονται μέσα από χάρτες, συμμαχίες και στρατηγικά πλήγματα. Όμως η πραγματικότητα γράφεται αλλού: σε γονείς που περιμένουν έξω από ένα κτίριο που δεν υπάρχει πια, σε ομάδες που δεν θα ξανασυναντηθούν, σε αποδυτήρια που έμειναν άδεια. Η τραγωδία στο Ιράν δεν είναι μόνο μια είδηση διεθνών σχέσεων· είναι μια ιστορία ανθρώπινης απώλειας μέσα σε έναν κόσμο που φαίνεται να συνηθίζει το αδιανόητο. Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής μας: όχι μόνο ότι η βία εξαπλώνεται, αλλά ότι η επανάληψή της κινδυνεύει να γίνει ανεκτή. Όταν ο θάνατος παιδιών, μαθητών, αθλητών, αμάχων μετατρέπεται σε ακόμη έναν τίτλο ανάμεσα σε άλλους, τότε η τραγωδία δεν είναι μόνο εκεί όπου έπεσε ο πύραυλος. Είναι και στη σταδιακή απώλεια της ικανότητάς μας να σοκαριζόμαστε. Η μνήμη των είκοσι αθλητριών δεν μπορεί να αλλάξει την πορεία ενός πολέμου. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως υπενθύμιση του τι ακριβώς χάνεται κάθε φορά που η σύγκρουση επεκτείνεται: όχι απλώς ζωές, αλλά κόσμους που θα μπορούσαν να υπάρξουν. Και αυτό είναι κάτι που καμία γεωπολιτική εξήγηση δεν μπορεί να εξουδετερώσει.

Συντάκτης: Σταματούλα Ψυχιά
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη