Υπάρχουν στιγμές που μια τηλεοπτική συνέντευξη παύει να είναι απλώς τηλεοπτική. Παύει να είναι «gossip» ή αποσπασματική είδηση, και γίνεται κάτι βαθύτερο: μια ανθρώπινη εξομολόγηση που σε κάνει να σταματήσεις για λίγο και να ακούσεις. Μια τέτοια στιγμή εκτυλίχθηκε χθες στον αέρα, όταν η ηθοποιός Μαρία Κωνσταντάρου μίλησε ανοιχτά για τη ζωή της, σε μια συζήτηση που δεν είχε ίχνος θεατρινισμού. Αντίθετα, είχε το βάρος της ειλικρίνειας εκείνης που δεν επιδιώκει εντυπωσιασμό, αλλά απλώς λέγεται επειδή πρέπει να ειπωθεί.
Με λόγια λιτά και σχεδόν γυμνά, περιέγραψε μια πραγματικότητα μοναξιάς και απώλειας. Ανέφερε πως δεν υπάρχουν πλέον γύρω της οι άνθρωποι που κάποτε όριζαν την καθημερινότητά της και ότι νιώθει πως δεν έχει κάποιον σαφή «λόγο ύπαρξης», πέρα από μικρές στιγμές που της δίνουν ανάσα, όπως το να μπαίνει στη θάλασσα.
“Δεν έχω (σημαντικό άνθρωπο στη ζωή μου). Ας πούμε ότι έφυγαν. Αυτή τη στιγμή αυτό που λένε “raison d’ etre” δεν έχω λόγο ύπαρξης πέρα από το ότι περιμένω να έρθει το καλοκαίρι να πάω στη θάλασσα να κολυμπάω. Όχι να είμαι έξω. Κολυμπάω μια ώρα και… Έχω και ένα βαρκάκι πλαστικό. Πάω στο καλαμίτσι και πάω ακτή – ακτή μόνη μου. Το χω από μικρή αυτό. Παίρνεις ένα ψάρι από πίσω και δεν ξέρεις που θα φτάσει, Τεσσερα πράγματα στη ζωή μου. Ο έρωτας, η θάλασσα, το θέατρο και τα ταξίδια. Ο έρωτας τελείωσε, το θέατρο δεν ξέρω ακόμα, τα ταξίδια δεν μπορώ να τα κάνω γιατί δεν έχω λεφτά”.
Η συζήτηση άγγιξε και το πέρασμα του χρόνου: τον έρωτα που δεν υπάρχει πια, το θέατρο που απομακρύνθηκε, τα ταξίδια που δεν είναι πλέον εύκολα καθώς οι οικονομικές συνθήκες περιόρισαν τη ζωή της. Ήταν μια σαφής υπενθύμιση ότι η δημόσια εικόνα ενός ανθρώπου, η καριέρα και η αναγνωρισιμότητα δε λειτουργούν ως ασπίδα απέναντι στη φθορά, την απώλεια ή τη σιωπή της καθημερινότητας. Η συγκίνηση στο στούντιο ήταν εμφανής και η αγκαλιά που δόθηκε στον αέρα δεν ήταν απλώς τηλεοπτική στιγμή, αλλά έμοιαζε περισσότερο με μια αυθόρμητη ανάγκη ανθρώπινης επαφής. Και ίσως αυτό να είναι που τελικά μένει: η ανάγκη να νιώσουμε ότι κάποιος μας ακούει, ότι κάποιος μας βλέπει.
Όμως πέρα από την είδηση, πέρα από τη συγκίνηση της στιγμής, υπάρχει κάτι που αξίζει να σταθεί κανείς περισσότερο. Η δύναμη της παραδοχής. Ζούμε σε μια εποχή που μας εκπαιδεύει να παρουσιάζουμε αντοχή, επιτυχία, πληρότητα, ακόμη κι όταν δεν τα νιώθουμε. Η μοναξιά θεωρείται συχνά αδυναμία, κάτι που πρέπει να καλυφθεί ή να μεταμφιεστεί. Και όμως, η δημόσια παραδοχή της απαιτεί ένα είδος γενναιότητας που δεν είναι καθόλου αυτονόητο.
Το να πεις «νιώθω μόνος» σημαίνει να σταθείς χωρίς προστατευτικά φίλτρα μπροστά στους άλλους. Σημαίνει να επιτρέψεις να φανεί η ευαλωτότητά σου, και η ευαλωτότητα, όσο κι αν παρεξηγείται, δεν είναι έλλειψη δύναμης. Αντιθέτως, είναι απόδειξη επίγνωσης και αποδοχής. Ίσως τελικά ο δυνατός άνθρωπος να μην είναι εκείνος που πείθει ότι δεν τον αγγίζει τίποτα. Ίσως να είναι εκείνος που αναγνωρίζει το κενό, το κατονομάζει και συνεχίζει να υπάρχει μέσα σε αυτό βρίσκοντας νόημα σε μικρές, σχεδόν ταπεινές στιγμές. Σε μια βουτιά στη θάλασσα,σε μια απλή κουβέντα, σε μια αγκαλιά. Γιατί καμιά φορά, η δύναμη δεν βρίσκεται στο να γεμίζεις τη μοναξιά σου. Βρίσκεται στο να μπορείς να τη δεις, να τη δεχτείς και να τη μοιραστείς.
