Υπάρχουν γεγονότα που δε χωρούν σε λόγια. Όμως η τέχνη είναι πάντα εκεί, πρόθυμη όχι μόνο να τα επεξηγήσει αλλά να τα κρατήσει ζωντανά. Να μην τα αφήσει να ξεθωριάσουν μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας, της συνήθειας και της λήθης. Η νέα ταινία μικρού μήκους «Ματωμένες Παρτιτούρες», εμπνευσμένη από την τραγωδία των Τεμπών, κινείται ακριβώς σε αυτό το πεδίο: ανάμεσα στη μνήμη και την απώλεια, στην εφηβεία και την απότομη ενηλικίωση, στη μουσική και στη σιωπή που αφήνει πίσω της μια καταστροφή.
Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ένας έφηβος που ονειρεύεται να γίνει μουσικός. Η επιθυμία του, όμως, συγκρούεται με την προσδοκία του πατέρα του, μια σύγκρουση γνώριμη, και σταθερά διαχρονική: η ανάγκη του νέου ανθρώπου να ακολουθήσει το πάθος του απέναντι στον φόβο της προηγούμενης γενιάς για το άγνωστο. Σε μια προσπάθεια να ορίσει μόνος του τη ζωή του, αποφασίζει να φύγει με τρένο για τη Θεσσαλονίκη, για να συναντήσει την κοπέλα του. Το ταξίδι αυτό, όμως, γίνεται σύμβολο, μνήμη και τραύμα. Η ταινία δεν αναπαριστά απλώς ένα δυστύχημα, αλλά αγγίζει το βίωμα της διακοπής, το σημείο όπου η ζωή σταματά απότομα, αφήνοντας πίσω ανθρώπους που θα ζουν για πάντα με ένα «αν». Με ένα «γιατί». Με μια παρτιτούρα που κόπηκε στη μέση.
View this post on Instagram
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά το γεγονός ότι το έργο δημιουργήθηκε από έναν μόλις 17χρονο σεναριογραφο και σκηνοθέτη, τον Ραφαήλ Νικολάου Λουκατάρη. Ίσως γιατί η γενιά του είναι εκείνη που βίωσε την τραγωδία όχι ως μακρινή είδηση, αλλά ως κάτι που θα μπορούσε να έχει συμβεί σε φίλους, συμμαθητές, στον ίδιο. Η ματιά του δεν είναι απλώς ιστορική, είναι βιωματική. Και γι’ αυτό ακριβώς διαπεραστική. Στην ταινία συμμετέχουν ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης στον ρόλο του πατέρα και ο Μίλτος Πασχαλίδης, πλαισιώνοντας τον νεαρό πρωταγωνιστή Απόλλωνα Σαρρή. Η παρουσία τους λειτουργεί συμβολικά: η ώριμη καλλιτεχνική γενιά στέκεται δίπλα στη νεότερη για να αφηγηθεί ένα συλλογικό τραύμα που δεν ανήκει σε μία ηλικία, αλλά σε μια κοινωνία ολόκληρη.

Οι «Ματωμένες Παρτιτούρες» δεν είναι απλώς μια ταινία για τα Τέμπη. Είναι μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε αριθμό υπάρχουν όνειρα, σχέσεις, διαδρομές που δεν ολοκληρώθηκαν. Είναι η τέχνη που επιμένει να ρωτά, όταν η πραγματικότητα προτιμά να ξεχνά. Είναι η ανάγκη να κοιτάξουμε το τραύμα χωρίς να το συνηθίσουμε. Και ίσως, τελικά, είναι και κάτι ακόμη: η απόδειξη ότι η μνήμη μπορεί να περάσει από γενιά σε γενιά όχι μόνο ως θλίψη, αλλά και ως δημιουργία. Ως ευθύνη. Ως φωνή.
