Υπάρχουν αθλητικές ειδήσεις που δεν είναι ακριβώς ειδήσεις. Δεν έχουν σκορ, τίτλους, μεταγραφές ή ρεκόρ. Δεν αλλάζουν τη βαθμολογία ενός πρωταθλήματος ούτε την ιστορία ενός συλλόγου. Κι όμως, για λίγα λεπτά, μοιάζουν να αλλάζουν κάτι πιο σιωπηλό: τον τρόπο που θυμόμαστε ότι η φήμη δεν ακυρώνει την ανθρωπιά. Η συνάντηση του Neymar με μια ηλικιωμένη οπαδό της Santos FC ήταν ακριβώς αυτό. Μια μικρή, σχεδόν ιδιωτική στιγμή που βγήκε στον δημόσιο χώρο και άγγιξε εκατομμύρια ανθρώπους.

Η γυναίκα, μια γιαγιά με τη φανέλα της Σάντος και μάτια που είχαν δει δεκαετίες και δεκαετίες ποδοσφαίρου, είχε εκφράσει δημόσια την τελευταία της επιθυμία: να συναντήσει τον ποδοσφαιριστή που λάτρευε «για να φύγει πιο ήσυχη». Η ιστορία ταξίδεψε όπως ταξιδεύουν σήμερα οι ανθρώπινες ιστορίες: από ένα βίντεο σε ένα timeline, από μια κοινοποίηση σε μια άλλη, μέχρι που έφτασε στον ίδιο τον Νεϊμάρ. Εκείνος δεν απάντησε με δήλωση ή με ένα τυπικό μήνυμα. Ζήτησε να τη δει. Και όταν τη συνάντησε, δεν στάθηκε απέναντί της ως είδωλο αλλά δίπλα της ως άνθρωπος: τη φώναξε με το όνομά της, την άγγιξε, την αγκάλιασε, της μίλησε χαμηλόφωνα. Εκείνη έκλαιγε και χαμογελούσε ταυτόχρονα, επαναλαμβάνοντας πως τώρα μπορεί «να φύγει ήσυχη».

 

 

View this post on Instagram

 

A post shared by OneFootball (@onefootball)

 

Γιατί όμως μια τόσο απλή χειρονομία έγινε viral; Ίσως γιατί περιέχει μια από τις πιο αρχέγονες αφηγήσεις: την εκπλήρωση μιας τελευταίας επιθυμίας. Το μοτίβο της ολοκλήρωσης πριν το τέλος ενεργοποιεί κάτι βαθιά ανθρώπινο, την ανάγκη δηλαδή να κλείσει ένας κύκλος με νόημα. Η γυναίκα δεν ήθελε απλώς να δει έναν διάσημο. Ήθελε να συναντήσει ένα κομμάτι της ζωής της. Γιατί οι αθλητές, ιδίως σε χώρες όπως η Βραζιλία, δεν είναι μόνο πρόσωπα της τηλεόρασης. Είναι μνήμη, ταυτότητα, παιδικά καλοκαίρια, φωνές από ραδιόφωνα, οικογενειακές Κυριακές.

Υπάρχει και κάτι ακόμη: η αντίθεση που έρχεται όταν ένας παγκόσμιος σταρ, σύμβολο πλούτου και υπερ-έκθεσης, σκύβει στο ύψος μιας άγνωστης γιαγιάς. Η εικόνα αποκαθιστά μια ισορροπία που η διασημότητα συχνά διαταράσσει. Μας θυμίζει ότι η αξία δεν κατανέμεται με βάση τους ακόλουθους ή τα τρόπαια. Ότι μια ζωή φιλάθλου, αφιερωμένη σε μια ομάδα και σε μια πίστη, έχει τη δική της βαρύτητα. Δεν είναι τυχαίο ότι η σκηνή συγκίνησε ιδιαίτερα και όσους δεν είναι φίλαθλοι του ποδοσφαίρου. Γιατί στο βάθος της δε βρίσκεται το ποδόσφαιρο αλλά η αναγνώριση. Η στιγμή όπου ένας διάσημος άνθρωπος βλέπει έναν άγνωστο και του λέει, χωρίς λόγια: σε βλέπω, για μένα μετράς. Οι διάσημοι έχουν δύναμη, όχι μόνο οικονομική ή συμβολική αλλά υπαρξιακή. Ενσαρκώνουν όνειρα, επιθυμίες, προσδοκίες. Κι όταν αυτή η δύναμη συναντά την ενσυναίσθηση, δημιουργεί πρότυπα. Δεν είναι ότι η αγκαλιά ενός ποδοσφαιριστή αλλάζει τον κόσμο. Είναι ότι θυμίζει πως η επιτυχία δε χρειάζεται να αποξενώνει. Πως μπορείς να είσαι μύθος για εκατομμύρια και ταυτόχρονα άνθρωπος για έναν.

Στη συνάντηση αυτή υπήρχε και μια σιωπηλή αμοιβαιότητα: η κοινότητα τιμούσε τον ήρωά της και ο ήρωας τιμούσε την κοινότητα που τον γέννησε. Η Santos FC  δεν είναι απλώς ο σύλλογος όπου μεγάλωσε ο Neymar, είναι το συλλογικό σπίτι μνήμης για ανθρώπους σαν τη γυναίκα που τον περίμενε μια ζωή. Όταν εκείνος επέστρεψε, έστω για μια αγκαλιά, επέστρεψε και σε αυτή τη ρίζα. Ίσως τελικά γι’ αυτό η ιστορία μάς συγκινεί τόσο: γιατί θέλουμε να πιστεύουμε ότι πίσω από κάθε φήμη υπάρχει ακόμη ένα πρόσωπο που θυμάται από πού ξεκίνησε. Ότι κάτω από τα φώτα υπάρχει ακόμη σκιά, και μέσα στη σκιά ένας άνθρωπος που μπορεί να σκύψει, να ακούσει, να αγγίξει. Και ίσως, για μια ηλικιωμένη γυναίκα σε μια φανέλα της Santos FC, αυτή η στιγμή να ήταν όντως αρκετή για να φύγει ήσυχη. Αλλά για όλους τους υπόλοιπους, ήταν κάτι άλλο: μια μικρή υπενθύμιση ότι το μεγαλείο δε μετριέται μόνο σε γκολ, αλλά και τι κάνεις εκτός γηπέδου.

 

Συντάκτης: Σταματούλα Ψυχιά